Αλέξανδρος Ιωάννης Α' Κούζας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αλέξανδρος Κούζας ήταν ηγεμόνας της Βλαχίας και Μολδαβίας.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου 1820 στο Μπάρλαντ. Ο πατέρας του ήταν έπαρχος, ενώ η μητέρα του, Ελληνίδα στην καταγωγή, ήταν η Σουλτάνα Κοζαδίνη Αφού τέλειωσε ένα γαλλικό λύκειο στο Ιάσιο πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά και φιλολογία. Για ένα μικρό διάστημα σπούδασε στην Αθήνα. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του υπήρέτησε για λίγο διάστημα στο στρατό και έπειτα διορίστηκε πρόεδρος σε ένα επαρχιακό δικαστήριο. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε την αδελφή του Θεόδωρου Ροσέττη. Τα επαναστατικά κινήματα του Ιασίου που ήθελαν να αλλάξουν το αναχρονιστικό φεουδαρχικό σύστημα της Ρουμανίας δεν άφησαν ασυγκίνητο τον Κούζα, ο οποίος συμμερίστηκε τα αιτήματα των επαναστατών. Όταν όμως κατεπνήγηκε η εξέγερση από τους Ρώσους,ο Κούζας εξορίστηκε. Ο Κούζας επέστρεψε όταν έγινε ηγεμόνας ο Γρηγόριος Γκίκας.[1]. Δέχτηκε μόρφωση στρατιωτική και έγινε συνταγματάρχης των Βλάχων στις 5 Ιανουαρίου 1859. Στις 24 Ιανουαρίου 1859 εξελέγη παμψηφεί από τα Ηνωμένα Νομοθετικά Σώματα ηγεμών της Μολδαβίας αλλά και της Βλαχίας.[2]

Η ηγεμονία του Αλέξανδρου Κούζα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοίκησε από το 1859 ως το 1866.[3] Η ηγεμονία του διακρίνεται σε δύο περιόδους: η πρώτη από το 1859 μέχρι τον Μάιο του 1864. Κατά τη διάρκειά της κυβέρνησε σύμφωνα με τους θεσμούς και συνταγματικά, σύμφωνα και με τις προβλεπόμενους όρους της Συνθήκης του Παρισιού (1858). Κατά τη διάρκειά της ενοποιεί τη διοίκηση του στρατού και της νομοθεσίας των δύο Ηγεμονιών. Το πιο σημαντικό για την πρώτη αυτή περίοδο ήταν η δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, κυρίως όσων βρίσκονταν στην ιδιοκτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στο Άγιο Όρος,αλλά και στα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Επίσης δήμευσε και τα περιουσιακά στοιχεία της Καθολικής Εκκλησίας. Τα μέτρα αυτά ψήφισαν και οι συντηρητικοί υπολογίζοντας πως δεν θα άγγιζε ο Κόυζα μετά από μια τέτοια εκτεταμένη δήμευση γης -το 1/4 της επιφάνειας της Ρουμανικής γης-δεν θα προέβαινε σε άλλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η δεύτερη περίοδος τερματίζει το 1866. Χαρακτηρίζεται από απολυταρχικότητα. Θέλωντας να επεκτείνει το δικαίωμα ψήφου και στο λαό και να προωθήσει σε αγροτικές μεταρρυθμίσεις παραχωρώντας γη στους ακτήμονες αντέδρασαν οι συντηρητικοί κυκλοι -εκφραστές των συμφερόντων των φεουδαρχών.[4]

Στις 2 Μαΐου 1864 διέλυσε τη Βουλή και εισήγαγε νεό Σύνταγμα που τροποποιούσε τις διατάξεις της Συνθήκης του Παρισιού. Η θέση της εκτελεστικής έναντι της νομοθετικής ήταν πιο ενισχυμένη. Το δικαίωμα ψήφου δεν δινόταν μεν στους ακτήμονες, αλλά δινόταν σε πολύ περισσότερους αστούς. Το νέο Σύταγμα επικυρώθηκε με δημοψήφισμα προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα την ανεξαρτησία των Ρουμάνων. Μετα΄την επικύρωση του Συντάγματος προχώρησε στην ψήφιση του νεόυ Αγροτικού Νόμου με τον οποίο διανεμόταν η δημευμένη εκκλησιαστική περιουσία στους ακτήμονες αλλά και τα τσιφλίκια των βογιάρων. Επίσης κατάργησε την αναγκαστική εργασία. Οι μεταρρυθμίσεις του συνεχίστηκαν και στους τομείς της παιδείας: ιδρύει Πανεπιστήμιο στο Βουκουρέστι, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, Δραματική Σχολή, και καθιερώνει την δωρεάν στοιχείωδη εκπαίδευση. Χορήγησε υποτροφίες σε πολλούς νέους από άλλες Βαλκανικές χώρες για να φοιτήσουν σε σχολεία και το Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Επεκτείνει το τηλεγραφικό δίκτυο σε όλη τη χώρα, μεταλλικές γέφυρες αντικαθιστούν τις παλιές πέτρινες και υπογράφει σύμβαση για την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου στη χώρα. Ως προς την εξωτερική πολιτική του επιτρέπει την διέλευση από τα εδάφη της χώρας του όπλων για τη Σερβία αν και δυσαρέστησε τις Μεγάλες Δυνάμεις. Βοήθησε δίνοντας άσυλο στους Βούλγαρους,Ούγγρους και Πολωνούς επαναστάτες. [5]. Τα δυσαρεστημένα κοινωνικά στοιχεία-βογιάροι και συντηρητικοί-ενώθηκαν με σκοπό να τον ανατρέψουν. Αφού πήραν με το μέρος τους ένα τμήμα του στρατού στις 11 Φεβρουαρίου 1866 τον εξανάγκασαν σε παραίτηση και αυτοεξορία. Πήγε στη Βιέννη για λίγο,μετά στη Φλωρεντία και απεβίωσε στις 3 Μαΐου του 1873 στην Χαϊδελβέργη, όπου έζησε το τελευταίο διάστημα της ζωής του εξόριστος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χαράλαμπος Ανανιάδης, «Αλέξανδρος Κουζάς. Ο πρώτος ηγεμών της ηνωμένης Ρουμανίας», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.61 (Ιούλιος 1973),σελ.118
  2. Χαράλαμπος Ανανιάδης, «Αλέξανδρος Κουζάς. Ο πρώτος ηγεμών της ηνωμένης Ρουμανίας», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.61 (Ιούλιος 1973),σελ.119
  3. Stoica, Vasile (1919). The Roumanian Question: The Roumanians and their Lands. Pittsburgh: Pittsburgh Printing Company. σελ. 69-70. http://www.wdl.org/en/item/7314/view/1/69/. 
  4. Χαράλαμπος Ανανιάδης, «Αλέξανδρος Κουζάς. Ο πρώτος ηγεμών της ηνωμένης Ρουμανίας», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.61 (Ιούλιος 1973),σελ.119-120
  5. Χαράλαμπος Ανανιάδης, «Αλέξανδρος Κουζάς. Ο πρώτος ηγεμών της ηνωμένης Ρουμανίας», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.61 (Ιούλιος 1973),σελ.120

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]