Ακρόπρωρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Radich-Galleonsfigur.jpg

Το λεγόμενο Ακρόπρωρο, (επίσημα ακρόπρωρον), κοινώς στη ναυτική διάλεκτο "φιγούρα" ή "γοργόνα", λέγονταν το ξυλόγλυπτο κόσμημα που φέρονταν στη πλώρη των ξύλινων πλοίων ακριβώς κάτω από τον πρόβολο, (κοινώς μπαστούνι).
Αρχικά το ακρόπρωρο κατασκευάζονταν για τη στερέωση της σύνδεσης του προβόλου με την πλώρη. Η δε καλαισθησία των ναυτικών το μεταμόρφωσε με το χρόνο σε κόσμημα που παρίστανε είτε κάποια αλληγορία συγγενή προς το όνομα του πλοίου είτε την προτομή κάποιου θεού (προστάτη) ή επώνυμου ήρωα ή κεφαλή ζώου ή ιστορικού προσώπου, ή επί το πλείστον ολόσωμη γοργόνα.

Ο Ηρόδοτος π.χ. σημειώνει ότι τα ακρόπρωρα των πλοίων των Σαμίων παρίσταναν κεφαλή κάπρου. Τα ακρόπρωρα των ιστιοφόρων πλοίων του Ελληνικού Ναυτικού του 1821 παρίσταναν προτομές διάσημων ανδρών της ελληνικής αρχαιότητας. Η βασιλική λέμβος του Όθωνα έφερε ως ακρόπρωρο επίχρυσο τον μυθικό αναγεννόμενο φοίνικα. Πολλά ακρόπρωρα της εποχής εκείνης σώζονται και εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα, καθώς και στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος στον Πειραιά.
Αλλά και πολύ αργότερα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλά πολεμικά πλοία ακόμη και θωρηκτά έφεραν ανάγλυφα μεταλλικά ακρόπρωρα, όπως π.χ. τα θωρηκτά του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Το σύνολο των στολισμάτων της πλώρης ενός πλοίου ονομάζεται επίσημα "ακροστόλιον".

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα