Αιθυλοδιχλωροαρσίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αιθυλοδιχλωροαρσίνη
EtAsCl2.png
Ethyldichloroarsine 3D.png
Γενικά
Όνομα IUPAC Διχλωρο(αιθυλο)αρσίνη
Άλλες ονομασίες ED, DICK, TL 214[1]
Χημικά αναγνωριστικά
Μοριακή μάζα 173.898427 g/mol
Αριθμός CAS 598-14-1
SMILES CC[As](Cl)Cl
InChI 1S/C2H5AsCl2/c1-2-3(4)5/h2H2,1H3
Αριθμός EINECS 209-919-3
PubChem CID 11711
ChemSpider ID 1121
Φυσικές ιδιότητες
Σημείο τήξης -65 °C
Σημείο βρασμού 159,8 °C (υπό πίεση 760 mmHg)
(αρχίζει να αποσυντίθεται)
Πυκνότητα 1,66 g/cm3 στους 20°C
Εμφάνιση Άχρωμο σε καθαρή κατάσταση προς σκούρο καφέ υγρό με δριμεία οσμή φρούτων, μήλου, μπανάνας ή ροδάκινου [2]
Χημικές ιδιότητες
Ελάχιστη θερμοκρασία
ανάφλεξης
55,6 °C
Επικινδυνότητα
Hazard T.svg Hazard Xi.svg Hazard C.svg
Τοξικό (T) Ερεθιστικό (Xi) Διαβρωτικό (C)
Κίνδυνοι κατά
NFPA 704
NFPA 704.svg
2
4
0
Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm)
εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά

Η αιθυλοδιχλωροαρσίνη (ED) είναι μία τοξική ουσία, η οποία έχει την ιδιότητα να προκαλεί φλύκταινες στο δέρμα, γι’ αυτό και ταξινομείται ως καυστική ουσία. Δεν γνώρισε εκτεταμένη χρήση ως χημικό όπλο, ενώ σήμερα θεωρείται πια ξεπερασμένη για αυτό τον σκοπό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιθυλοδιχλωροαρσίνη εφευρέθηκε το 1918 και ήταν ο καρπός της προσπάθειας Γερμανών επιστημόνων να κατασκευάσουν ένα χημικό όπλο ικανοποιητικής πτητικότητας, το οποίο θα δρούσε γρηγορότερα απ’ το φωσγένιο ή το αέριο μουστάρδας, ενώ οι βλάβες που προκαλούσε θα είχαν περισσότερη διάρκεια από αυτές που προκαλούσε η φαινυλοδιχλωροαρσίνη. Η χρήση της αιθυλοδιχλωροαρσίνης έχει πλέον εγκαταλειφθεί, λόγω της (σχετικής) ευφλεκτότητάς της [3] αλλά και λόγω του ότι πλέον υπάρχουν πιο ισχυρά χημικά όπλα, κυρίως τα αέρια νεύρων.

Χημικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μόριο της αιθυλοδιχλωροαρσίνης έχει πυραμιδική δομή, ενώ οι δεσμοί Cl-As-Cl και C-As-Cl πλησιάζουν σε γωνία 90o. Όπως και άλλες αρσίνες, η αιθυλοδιχλωροαρσίνη υδρολύεται εύκολα προς υδροχλώριο και αιθυλαρσενικικό οξείδιο:[3]


\mathrm{ C_2H_5AsCl_2 + H_2O \longrightarrow {} 2 HCl + C_2H_5AsO }

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιθυλοδιχλωροαρσίνη παρασκευάζεται με ποικιλία εναλλακτικών τρόπων:


\mathrm{ AsCl_3 + C_4H_{10}Hg \longrightarrow { }C_6H_5AsCl_2 + C_2H_5HgCl}

  • Με την αντίδραση τετρααιθυλικού μολύβδου και τριχλωριούχου αρσενικού σε θερμοκρασία 100 °C και απόσταξη του προϊόντος, οπότε προκύπτει αιθυλοδιχλωροαρσίνη καθαρότητας περίπου 95%:[5]


\mathrm{ C_8H_{20}Pb +2  AsCl_3\xrightarrow {100 ^\circ C}2 C_6H_5AsCl_2 + C_2H_5Cl + Pb}

1. Αιθυλοχλωρίδιο αντιδρά με μαγνήσιο, παρουσία τετραϋδροφουρανίου (THF), οπότε προκύπτει διάλυμα αιθυλοχλωριούχου μαγνησίου σε τετραϋδροφουράνιο:

\mathrm{C_2H_5Cl + Mg \xrightarrow { C_4H_8O} C_2H_5MgCl }

2. Το διάλυμα που προκύπτει υπόκειται σε επεξεργασία με διάλυμα τριχλωριούχου αρσενικού σε εξάνιο στους 0 °C.:

\mathrm{ C_2H_5MgCl + AsCl_3\xrightarrow [C_6H_{14}]{0  ^\circ C } C_2H_5AsCl_2 + MgCl_2}

Το διάλυμα αιθυλοδιχλωροαρσίνης, χλωριούχου μαγνησίου και εξανίου που λαμβάνεται υποβάλλεται σε εξάτμιση προς απομάκρυνση του διαλύτη και η αιθυλοδιχλωροαρσίνη διαχωρίζεται με κλασματική απόσταξη στους 83 °C και υπό πίεση 75 mmHg, οπότε προκύπτει προϊόν 98% καθαρότητας. Ως παραπροϊόντα δύνανται να προκύψουν, σε μικρές ποσότητες, διαιθυλοδιχλωροαρσίνη και τριαιθυλαρσίνη.[7]

Τοξικότητα, συμπτώματα, προστασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιθυλοδιχλωροαρσίνη δεν έχει την τοξικότητα άλλων καυστικών ουσιών, όπως του λεβισίτη ή του αερίου μουστάρδας, αλλά παρατεταμένη έκθεση στην ουσία αυτή σε κλειστό χώρο μπορεί να αποβεί θανατηφόρος.[5] Η θανατηφόρος δόση (LCt50) για την αιθυλοδιχλωροαρσίνη κυμαίνεται από 900 σε 4.000 mg [5] (κατ’ άλλους 3.000 – 5.000 mg [8]) μέσω κατάποσης.

Η αιθυλοδιχλωροαρσίνη, ακόμα και σε μικρές ποσότητες, προκαλεί μέσα σε ένα λεπτό έντονο ερεθισμό στη ρινική κοιλότητα και στο λαιμό.[8] Αν έρθει σε επαφή με τα μάτια προκαλεί έντονο ερεθισμό και πόνο, ενώ η παρατεταμένη έκθεση ενδέχεται να προκαλέσει ακόμα και τύφλωση.[5] 50 mg είναι αρκετά για να προκαλέσουν ερεθισμό στο δέρμα και φλύκταινες σχηματίζονται με το πέρας περίπου 36 ωρών από την προσβολή.[5] Έκθεση σε μικρές ποσότητες αιθυλοδιχλωροαρσίνης (κατάποση ή απορρόφηση από το δέρμα για 4 περίπου ώρες) προκαλεί χρόνια δηλητηρίαση, βλάβες στο αναπνευστικό σύστημα και καταστροφές σε διάφορα όργανα του σώματος.[5] Η ουσία διατηρεί την τοξικότητά της για διάστημα περίπου μιας εβδομάδας από την χρήση της.[9]

Προστασία από την αιθυλοδιχλωροαρσίνη παρέχουν ειδικές στολές προστασίας και μέσκες αερίων. Ωστόσο, η ουσία διαπερνά κάποια είδη ελαστικού, καθιστώντας έτσι κάποιες στολές και μάσκες αερίων αναποτελεσματικές.[5] Η αιθυλοδιχλωροαρσίνη καταστρέφεται εύκολα με χλωρίνη ή καυστική σόδα.[8]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ledgard, Jared (2006), A Laboratory History of Chemical Warfare Agents, ISBN 978-0-6151-3645-5
  • Cashman, John R. (2008) Emergency Response Handbook for Chemical and Biological Agents and Weapons, CRC Press, ISBN 9781420052657
  • Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη, τ. Β, λήμμα "Αιθυλαρσινοδιχλωρίδιον"

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kenneth Barbalace. Chemical Database - Ethyl Dichloroarsine. EnvironmentalChemistry.com. 1995 - 2009. Accessed on-line: 9/10/2009
  2. google
  3. 3,0 3,1 google
  4. Δρανδάκης, ό.π., σ. 168
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 google
  6. google
  7. google
  8. 8,0 8,1 8,2 google
  9. google

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]