Αδροπίθηκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Hadropithecus stenognathus
Αναπαράσταση
Αναπαράσταση
Κατάσταση διατήρησης
Status none EX el.svg
Εξαφανισμένο  (444–772 ΚΕ)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Πρωτεύοντα (Primates)
Υποτάξη: Στρεψίρρινα (Strepsirrhini)
Ανθυποτάξη: Λεμουριόμορφα (Lemuriformes)
Οικογένεια: Αρχαιολεμουρίδες (Archaeolemuridae)
Γένος: Αδροπίθηκος (Hadropithecus)
von Liburnau, 1899[1]
Είδος: H. stenognathus
Διώνυμο
Hadropithecus stenognathus
von Liburnau, 1899[2]
Συνώνυμα

Pithecodon sikorae von Liburnau, 1900[3][4]

Ο Αδροπίθηκος (Hadropithecus) είναι μέσου μεγέθους εξαφανισμένο γένος λεμούριου από την Μαδαγασκάρη που περιλαμβάνει μόνο ένα είδος, το είδος Αδροπίθηκος ο στενόγναθος (Hadropithecus stenognathus). Λόγω της σπανιότητάς του και της έλλειψης επαρκών σκελετικών κατάλοιπων, είναι ένα από λιγότερο κατανοητά είδη εξαφανισμένων λεμούριων. Μαζί με τον Αρχαιολεμούριο είναι γνωστοί ως «λεμούριοι μαΐμούδες» ή «λεμούριοι μπαμπουίνοι» εξαιτίας της σωματικής κατασκευής τους και του οδοντικού τύπου τους που υποδεικνύουν εδαφικό τρόπο ζωής και δίαιτα παρόμοια με των σύγχρονων μπαμπουίνων. Ο Αδροπίθηκος είχε εκτεταμένους γομφίους και κοντό, δυνατό σαγόνι, υποδεικνύοντας ότι και βοσκούσε και τρέφονταν με σπόρους.

Οι λεμούριοι μαϊμούδες θεωρείται ότι συγγενεύουν περισσότερο με τους ινρδιίδες και τους προσφάτως εξαφανισμένους βραδύποδες λεμούριους, παρόλο που πρόσφατα ευρήματα προκάλεσαν μερικές διαφωνίες ως προς το ενδεχόμενο να συγγενεύουν περισσότερο με τους λεμουρίδες. Γενετικές εξετάσεις ωστόσο επιβεβαίωσαν την αρχική υπόθεση. Ο Αδροπίθηκος ζούσε σε ανοιχτά μέρη στα κεντρικά υψίπεδα και στις νότιες και νοτιοδυτικές περιοχές της Μαδαγασκάρης. Είναι γνωστός μόνο από υποαπολιθώματα ή πρόσφατα κατάλοιπα και θεωρείται σύγχρονος τύπος μαλαγασικού λεμούριου. Εξαφανίστηκε περίπου το 444-772 ΚΕ, λίγο μετά την άφιξη των ανθρώπων στο νησί.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοινό όνομα που μοιράζεται ο Αδροπίθηκος με τον Αρχαιολεμούριο, «λεμούριοι μαϊμούδες» και «λεμούριοι μπαμπουίνοι», οφείλεται στις οδοντικές και κινητικές προσαρμογές τους που μοιάζουν με αυτές των σύγχρονων αφρικανικών μπαμπουίνων.[5][6] Το όνομα του γένους, «Αδροπίθηκος, Hadropithecus», προέρχεται από τα ελληνικά αδρός και πίθηκος. Το όνομα του είδους, «στενόγναθος, stenognathus», προέρχεται και αυτό από τα ελληνικά στενός και γνάθος.[1]

Ταξινομία και φυλογένεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδροπίθηκος ο στενόγναθος ταξινομείται ως το μόνο μέλος του γένους Αδροπίθηκος και ανήκει στην οικογένεια των Αρχαιολεμουριδών. Η οικογένεια ανήκει στην ενδοτάξη Λεμουριόμορφα, η οποία περιλαμβάνει όλους τους λεμούριους της Μαδαγασκάρης.[2] Το είδος περιγράφηκε επίσημα το 1899 από μία κάτω γνάθο που βρέθηκε στο σπήλαιο Αντραχομάνα στην νοτιοανατολική Μαδαγασκάρη από τον παλαιοντολόγο Λούντβιχ Λόρεντζ φον Λίμπουρναου, ο οποίος πίστευε ότι προέρχεται από κάποιον πίθηκο.[7] Ένα χρόνο αργότερα ο Λόρεντζ περιέγραψε το είδος Pithecodon sikorae βασισμένος σε φωτογραφίες ενός κρανίου, το οποίο όμως αποδείχθηκε ότι ήταν ανήλικο είδος του Hadropithecus stenognathus. Σε μία δημοσίευση του 1902, ανακοίνωσε ότι ο Hadrophithecus stenognathus δεν ήταν πίθηκος αλλά λεμούριος.[3] Πάνω από 100 χρόνια αργότερα, λόγω της σπανιότητας των σκελετικών υπολειμμάτων του είδους, είναι ένα από τα λιγότερο κατανοητά είδη υποαπολιθωμένων λεμούριων.[4]

Η τοποθέτηση του Hadropithecus στο φυλογενετικό δέντρο των λεμούριων[8][9][10]
 Λεμουριόμορφα 

 Δωβεντονιίδες 





 †Μαγαλαδαπίδες 



 Λεμουρίδες 






Χειρογελεΐδες



Λεπιλεμουρίδες




 †Αρχαιολεμουρίδες 
 †Αρχαιολεμούριος 

Archaeolemur majori



Archaeolemur edwardsi




Hadropithecus stenognathus





 †Παλαιοπροπιθηκίδες 



Ιντριίδες







Βάσει των ομοιοτήτων στο κρανίο και τα δόντια, αργότερα έγινε η υπόθεση ότι οι αρχαιολεμουρίδες (ο Αδροπίθηκος και ο Αρχαιολεμούριος) ήταν συγγενική ομάδα με τους υπάρχοντες ιντριίδες και τους προσφάτως εξαφανισμένους παλαιοπροπιθηκίδες.[11][12] Ωστόσο υπήρχαν κάποιες διαφωνίες ως προς το αν οι προπιθηκίδες ή οι αρχαιολεμουρίδες ήταν πιο κοντά στους σύγχρονους ιντριίδες. Τα κρανία των αρχαιολεμουρίδων έμοιαζαν πιο πολύ σε αυτά των ιντριίδων, αλλά τα δόντια τους ήταν πολύ εξειδικευμένα, εν αντιθέσει με αυτά των ιντριίδων. Από την άλλη, οι παλαιοπροπιθηκίδες είχαν δόντια παρόμοια με των ιντριίδων αλλά πολύ εξειδικευμένα κρανία. Το ζήτημα λύθηκε με την ανακάλυψη των νέων σκελετών του Μπαμπακότια και του Μεσοπροπίθηκου, δύο γένη των παλαιοπροπιθηκίδων που είχαν κρανία και δόντια παρόμοια με αυτά των ιντριίδων.[11] Πιο πρόσφατα, οπιθοκρανιακά κατάλοιπα του Αδροπίθηκου που βρέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποτέλεσαν το έναυσμα για την υπόθεση ότι οι αρχαιολεμουρίδες ήταν πιο κοντά στους λεμουρίδες.[13] Ωστόσο, με αλληλούχιση DNA επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι είναι αδελφική ομάδα με τους ιντριίδες και τους παλαιοπροπηθικίδες.[9]

Ανατομία και φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδροπίθηκος ο στενόγναθος εκτιμάται ότι ζύγιζε 27-35 κιλά και ήταν όσο μεγάλος ήταν και ο Αρχαιολεμούριος, αλλά πιο λεπτοκαμωμένος.[2][5] Νεώτερα υποαπολιθώματα ωστόσο υποδεικνύουν ότι ο Αδροπίθηκος ενδέχεται να ήταν πιο ρωμαλέος και να έμοιαζε περισσότερο με γορίλα παρά με μπαμπουίνο.[14] Ήταν κατά πάσα πιθανότητα λιγότερο ευκίνητος από τα Κερκοπιθηκοειδή.[4] Αμφότεροι οι αρχαιολεμουρίδες ήταν τετράποδα,[5] ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι είχαν προσαρμογές κατάλληλες για τρέξιμο,[14] και παρόλο που ο Αδροπίθηκος μπορούσε να σκαρφαλώνει σε δέντρα, δεν είχε τις κατάλληλες προσαρμογές για να πηδάει ή να κρεμιέται από αυτά.[4]

Παρόλο που έχουν βρεθεί λιγότερα οπιθοκρανιακά κατάλοιπα του Αδροπίθηκου από ότι του Αρχαιολεμούριου, αυτά που έχουν βρεθεί υποδεικνύουν ότι αμφότεροι είχαν εδαφικό ή ημιεδαφικό τρόπο ζωής,[2][5][6][12] πράγμα ασυνήθιστο για λεμούριους. Αμφότερα είχαν κοντά άκρα και δυνατή κατασκευή.[11] Λόγω του εξειδικευμένου οδοντικού του τύπου και κατά συνέπεια της δίαιτάς του, ο Αδροπίθηκος πιστεύεται ότι ήταν πιο εδαφόβιος από τα δύο,[12] καθώς ο Αρχαιολεμούριος περνούσε κατά πάσα πιθανότητα περισσότερο καιρό στα δέντρα για τροφή και ύπνο.[5] Αμφότερα τα γένη είχαν επίσης κοντά πόδια και χέρια, μια προσαρμογή για το περπάτημα στο έδαφος.[11]

Το πρόσωπο του Αδροπίθηκου ήταν κοντό και προσαρμοσμένο στην μεγάλη πίεση του μασήματος. Οι αρχαιολεμουρίδες είχαν πολύ εξειδικευμένα δόντια, αλλά τα δόντια του Αδροπιθήκου ήταν ακόμα πιο εξειδικευμένα για άλεσμα.[15] Είχε εκτεταμένους γομφίους οι οποίοι φθείρονταν γρήγορα,[11] όπως αυτά των οπληφόρων,[2] ενώ οι οπίσθιοι προγόμφιοι λειτουργούσαν ως γομφίοι ώστε να εκτείνεται η επιφάνεια αλέσματος.[11] Είχε επίσης στιβαρή γνάθο για την σύνθλιψη σκληρών αντικειμένων.[15] Ακόμα και η χαρακτηριστική για τα στρεψίρρινα κτενωτή διάταξη δοντιών είναι μειωμένη σε αυτό το είδος.[2][6][11] Ο οδοντικός του τύπος ήταν \tfrac {2.1.3.3}{1.1.3.3}\times 2 = 34.[11]

Τα κρανία αμφότερων του Αδροπίθηκου και του Αρχαιολεμούριου υποδεικνύουν ότι οι αρχαιολεμουρίδες είχαν σχετικά μεγάλους εγκέφαλους σε σχέση με του υπόλοιπου υποαπολιθωμένους λεμούριους, με τον Αδροπίθηκο να έχει εκτιμώμενο ενδοκρανιακό όγκο 115 ml.[4]

Οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως όλοι οι άλλοι λεμούριοι, ο Αδροπίθηκος ήταν ενδημικός στην Μαδαγασκάρη. Επειδή εξαφανίστηκε πρόσφατα και είναι γνωστό μόνο από υποαπολιθώματα, θεωρείται σύγχρονη μορφή μαλαγασικού λεμούριου.[6] Κάποτε βρίσκονταν κατά μήκος του Κεντρικού Υψιπέδου, των Νότιων και Νοτιοδυτικών περιοχών της Μαδαγασκάρης.[2][6] Στο εύρος της φυσικής του κατοικίας υπήρχαν πολλοί λίγοι άλλοι λεμούριοι που επικάλυπταν τον οικολογικό του θώκο, και έχει αποδειχτεί ότι ήταν ο μόνος υποαπολιθωμένος λεμούριος που κατανάλωνε φυτά φωτοσυνθετικού τύπου C3 και C4 (ή CAM), ένδειξη ότι κατοικούσε σε πιο ανοικτά μέρη και έχει ποικιλία στην δίαιτά του.[5][14] Από την φυσιολογία και την οδοντοστοιχία του συνάγεται το συμπέρασμα ότι έμοιαζε αρκετά με τους μπαμπουίνους γκελάντα στην κίνηση και την δίαιτα,[2][6][11] τρώγοντας γρασίδι με τα χέρια καθώς τα δόντια του ήταν καλά προσαρμοσμένα στο άλεσμα γρασιδιού και σπόρων.[6][12] Μοτίβα αποτριβής στα δόντια του, καθώς και οι υπεραναπτυγμένοι γομφίοι υποδεικνύουν ότι κατανάλωνε σκληρά αντικείμενα όπως καρπούς και σπόρους.[14][15] Νεότερες ωστόσο αναλύσεις αποτριβών υποδεικνύουν διαφορές μεταξύ των μπαμπουίνων γκελάντα και των Αδροπιθήκων, και πιθανώς ο εξαφανισμένος λεμούριος να τρεφόταν αυστηρά μόνο με σκληρούς καρπούς και όχι με γρασίδι.[4]

Εξαφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας του μικρού αριθμού υποαπολιθωμάτων που έχουν βρεθεί, ο Αδροπίθηκος πιστεύεται ότι ήταν σπάνιος,[12] και εξαφανίστηκε νωρίτερα από το αδελφό του τάξο, τον Αρχαιολεμούριο.[5] Αμφότεροι εξαφανίστηκαν λίγο μετά την έλευση των ανθρώπων στο νησί, αλλά ο Αδροπίθηκος, καθώς τρεφόταν βόσκωντας, δεχόταν περισσότερη πίεση από τα οικόσιτα ζώα, τα εισηγμένα γουρούνια, και τους εξαπλούμενους ανθρώπινους πληθυσμούς, από ότι ο πιο γενικευμένος Αρχαιολεμούριος.[2] Η τελευταία γνωστή καταγραφή του είδους τοποθετείται με ραδιοχρονολόγηση γύρω στο 444–772 ΚΕ.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Palmer, T. (1904). «Index generum mammalium: a list of the genera and families of mammals». North American Fauna 23: 1–984. http://books.google.com/books?id=WdnPAAAAMAAJ&printsec=frontcover&source=gbs_navlinks_s#v=onepage&q=&f=false.  σσ. 80–81, 539, 645, 648.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 2,8 Nowak, R.M. (1999). «Family Archaeolemuridae: Baboon Lemurs». Walker's Mammals of the World (6th έκδοση). Johns Hopkins University Press. σελ. 91–92. ISBN 0801857899. 
  3. 3,0 3,1 Lorenz von Liburnau, LR (1902). «Über Hadropithecus stenognathus Lz., nebst Bemerkungen zu einigen anderen ausgestorbenen Primaten von Madagaskar». Denkschriften der kaiserlichen Akademie der Wissenschaften, mathematisch-naturwissenschaftliche Klasse, Wien 72: 243–254. http://www.biodiversitylibrary.org/item/31611#315. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 Ryan, T.M.; Burney, D.A.; Godfrey, L.R.; Göhlich, U.B.; Jungers, W.L.; Vasey, N.; Ramilisonina; Walker, A. και άλλοι. (2008). «A reconstruction of the Vienna skull of Hadropithecus stenognathus». PNAS 105 (31): 10699–10702. doi:10.1073/pnas.0805195105. http://www.pnas.org/content/105/31/10699.full.pdf. Ανακτήθηκε στις 19 February 2010. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 Mittermeier, R.A.; Konstant, W.R.; Hawkins, F.; Louis, E.E.; Langrand, O.; Ratsimbazafy, J.; Rasoloarison, R.; Ganzhorn, J.U. και άλλοι. (2006). «Chapter 3: The Extinct Lemurs». Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (2nd έκδοση). Conservation International. σελ. 37–51. ISBN 1-881173-88-7. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 6,6 Sussman, R.W. (2003). «Chapter 4: The Nocturnal Lemuriformes». Primate Ecology and Social Structure. Pearson Custom Publishing. σελ. 107–148. ISBN 978-0536743633. 
  7. Lorenz von Liburnau, C.L. (1899). «Herr Custor Dr. Ludwig v. Lorenz berichtet über einen fossilen Anthropoiden von Madagascar». Anzeigen der kaiserlichen Akademie der Wissenschaften, mathematisch-naturwissenschaftliche Classe, Wien 27: 255–257. http://books.google.com/books?id=xkQUAAAAYAAJ&dq=editions%3AHARVARD32044093282572&lr=&pg=PA255#v=onepage&q=Hadropithecus&f=false. 
  8. Horvath, J. (2008). «Development and Application of a Phylogenomic Toolkit: Resolving the Evolutionary History of Madagascar's Lemurs» (PDF). Genome Research 18: 490. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/2008Horvath_etalGR.pdf. Ανακτήθηκε στις 2009-09-02. 
  9. 9,0 9,1 Orlando, L.; Calvignac, S.; Schnebelen, C.; Douady, C.J.; Godfrey, L.R.; Hänni, C. (2008). «DNA from extinct giant lemurs links archaeolemurids to extant indriids». BMC Evolutionary Biology 8 (121). doi:10.1186/1471-2148-8-121. http://www.biomedcentral.com/1471-2148/8/121. 
  10. Godfrey, L.R.; Jungers, W.L. (2003). «Subfossil Lemurs». Στο: Goodman, S.M.; Benstead, J.P. The Natural History of Madagascar. University of Chicago Press. σελ. 1247–1252. ISBN 0-226-30306-3. 
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 11,5 11,6 11,7 11,8 Mittermeier, R. A.; Tattersall, I.; Konstant, W.R.; Meyers, D.M.; Mast, R.B. (1994). «Chapter 4: The Extinct Lemurs». Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (1st έκδοση). Conservation International. σελ. 33–48. ISBN 1-881173-08-9. 
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 Simons, E.L. (1997). «Chapter 6: Lemurs: Old and New». Στο: Goodman, S.M.; Patterson, B.D. Natural Change and Human Impact in Madagascar. Smithsonian Institution Press. σελ. 142–166. ISBN 978-1560986829. 
  13. Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Burney, D.A.; Vasey, N.; Ramilisonina; Wheeler, W.; Lemelin, P.; Shapiro, L.J. και άλλοι. (2006). «New discoveries of skeletal elements of Hadropithecus stenognathus from Andrahomana Cave, southeastern Madagascar». Journal of Human Evolution 51 (4): 395–410. doi:10.1016/j.jhevol.2006.04.012. 
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Schwartz, G.T. (2006). «Chapter 3: Ecology and Extinction of Madagascar's Subfossil Lemurs». Στο: Gould, L.; Sauther, M.L. Lemurs: Ecology and Adaptation. Springer. σελ. 41–64. ISBN 978-0387-34585-7. 
  15. 15,0 15,1 15,2 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Reed, K.E.; Simons, E.L.; Chatrath, P.S. (1997). «Chapter 8: Subfossil Lemurs». Στο: Goodman, S.M.; Patterson, B.D.. Natural Change and Human Impact in Madagascar. Smithsonian Institution Press. σελ. 218–256. ISBN 978-1560986829. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Hadropithecus της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).