Αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη (ACTH), γνωστή και ως φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ή κορτικοτροπίνη, κυκλοφορεί συστημικά και διεγείρει τη σύνθεση γλυκοκορτικοειδών και την έκκρισή τους από την στηλιδωτή ζώνη (zona fasciculata) του επινεφριδιακού φλοιού. Τα γλυκοκορτικοειδή φαίνεται πως αναδρούν απευθείας στον εγκέφαλο (π.χ. PVN) για να αναστείλουν την οξεία αύξηση στην ACTH και την έκκριση γλυκοκορτικοειδών, μετά από μεμονωμένη έκθεση σε στρες.[1] Ωστόσο, όταν είναι χρονίως υψηλά, προδρούν (θετική ανάδραση) για να επάγουν την ενεργοποίηση του YYE άξονα. Η έκκριση της ACTH ακολουθεί τις ημερήσιες διακυμάνσεις της έκκρισης Kορτικοεκλυτίνης (CRH) από τον υποθάλαμο. Η μέγιστη συγκέντρωση (ζενίθ) παρατηρείται τις πρώτες πρωινές ώρες, ενώ η ελάχιστη συγκέντρωση (ναδίρ) παρατηρείται στο μέσο περίπου της νύκτας. Η έκκριση ACTH αυξάνει, ως απάντηση στην υποθαλαμική CRH, σαν απάντηση σε ένα στρεσογόνο ερέθισμα. Παραδείγματα αποτελούν η ασθένεια, η μυϊκή εξάντληση, ο πυρετός, ο πόνος, η χειρουργική επέμβαση και η υπογλυκαιμία. Στις καταστάσεις αυτές, η παραγόμενη κορτιζόλη κινητοποιεί τον μεταβολισμό του οργανισμού προς την κατεύθυνση της προσαρμογής προς το στρεσογόνο παράγοντα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Amatruda, J.M., Livingston, J.N. and Lockwood, D.H., Cellular mechanisms in selected states of insulin resistance: human obesity, glucocorticoid excess, and chronic renal failure, Diabetes Metab Rev, 1985, 1, 293-317.