Αγγειονευρωτικό οίδημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αγγειονευρωτικό οίδημα

Αγγειονευρωτικό οίδημα ή Αγγειακό οίδημα ή απλώς Αγγειοοίδημα είναι το σαφώς περιγεγραμμένο, ενίοτε επώδυνο, οίδημα που προκύπτει αν, από αλλεργική αιτιολογία συνήθως, συμβεί κνιδωτική προσβολή των αγγείων και των ιστών (π.χ. τένοντες, έλυτρα, αρθρώσεις κλπ.) στον υποδόριο και στον υποβλεννογόνιο χώρο.

Το αγγειοοίδημα μπορεί να προκαλέσει οίδημα των βλεφάρων, των χειλέων, των αυτιών και άλλων περιοχών όπως τα χέρια, τα αντιβράχια, οι κνήμες, οι πτέρνες κλπ. Στην περίπτωση που εμφανιστεί στον λάρυγγα, ο κίνδυνος πρόκλησης ασφυκτικών φαινομένων γίνεται αυτονόητος. Γενικά, το αγγειοοίδημα διαρκεί από 24 έως 72 ώρες και υποχωρεί, όπως ακριβώς και η κνίδωση, χωρίς κανένα χρωματικό ή άλλο υπόλειμμα. Το αγγειοοίδημα συνήθως δεν είναι κνησμώδες και μπορεί να εμφανιστεί σε συνδυασμό με την κοινή κνίδωση ή μόνο του.[1]

[Επεξεργασία] Οικογενές αγγειοοίδημα

Το κληρονομικό αγγειοοίδημα αποτελεί μια σπάνια μορφή αγγειοοιδήματος πού εκδηλώνεται σε αρκετά μέλη της ίδιας οικογένειας, με εντόπιση του αγγειοοιδήματος στα άνω και κάτω άκρα και μαζί με γαστρεντερικές καιαναπνευστικές διαταραχές, αλλά χωρίς κνίδωση. Τα άτομα αυτά παρουσιάζουν ερεθισμό του πρωκτικού δακτυλίου με ένα κυκλικό πομφώδες περίγραμμα.[1]

[Επεξεργασία] Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Current Medical Diagnosis & Treatment, εκδόσεις Appletton και Lange , ΗΠΑ, 1998, σελίδα 150.
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες