Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Caro diario
Caro diario.png
Σκηνοθεσία Νάνι Μορέτι
Παραγωγή Νάνι Μορέτι
Σενάριο Νάνι Μορέτι
Πρωταγωνιστές Νάνι Μορέτι
(ο εαυτός του)
Ρενάτο Καρπεντιέρι (Τζεράρντο)
Κυκλοφορία 1993
Μουσική Νικόλα Πιοβάνι
Διάρκεια 101'
Γλώσσα Ιταλική
Σελίδα IMDb

Αγαπημένο μου ημερολόγιο (Caro diario) είναι ο τίτλος μιας σπονδυλωτής ταινίας μεγάλου μήκους του 1993, η οποία τον επόμενο χρόνο έλαβε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών. Παραγωγός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και μοναδικός πρωταγωνιστής είναι ο Ιταλός Νάνι Μορέτι.

Τεχνικά το Ημερολόγιο δεν είναι ένα συμβατικό κινηματογραφικό έργο: από μεγάλο κομμάτι της αφήγησης απουσιάζει πλήρως η μυθοπλασία, ενώ στο πρώτο ημίωρο οι διάλογοι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι. Με εξαίρεση το Μορέτι και τον Καρπεντιέρι, οι υπόλοιποι ηθοποιοί κάνουν περάσματα (το πολύ) λίγων λεπτών και πρόκειται συνήθως για προσωπικούς φίλους του δημιουργού. Με τη συνεχή χρήση τεχνικών του ντοκιμαντέρ και την πληθώρα αυτοβιογραφικών στοιχείων, η ταινία αποτελεί περισσότερο μια προσπάθεια του Μορέτι - που μόλις έχει γίνει 40 ετών - να σχολιάσει με χιουμοριστικό τρόπο θέματα όπως η αστικοποίηση, ο τουρισμός, η διείσδυση της τηλεόρασης, η παιδαγωγική και το σύστημα υγείας, σαν να επρόκειτο για σελίδες ενός προσωπικού ημερολογίου όπου καταγράφει την καθημερινότητά του.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αγαπημένο μου ημερολόγιο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια που καθένα αφηγείται το χρονικό μιας περιπλάνησης: από γειτονιά σε γειτονιά, από νησί σε νησί, από γιατρό σε γιατρό.

Κεφάλαιο 1: Στη Βέσπα (In vespa)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μορέτι επισκέπτεται τον κινηματογράφο και παρακολουθεί μια ταινία, στην οποία μια παρέα πρώην αριστερών μεσηλίκων μιλά για το πόσο έχει προδώσει τα νεανικά όνειρά της. Εξοργισμένος από το κεντρικό μήνυμα που περνά η ταινία για τη γενιά του, παίρνει τη βέσπα και τριγυρνά στη σχεδόν έρημη καλοκαιρινή Ρώμη.

Καθώς περιδιαβαίνει, η κάμερα καταγράφει το αστικό τοπίο της ιταλικής πρωτεύουσας σαν σε ντοκιμαντέρ, υπό τους ήχους των Ανζελίκ Κίτζι (Batonga), Λέοναρντ Κόεν (I' m your man), Χουάν Λουΐς Γκέρα (Visa para un Sueño) και Χαλέντ (Didi). Η μουσική διακόπτεται μόνο όταν ο Μορέτι θέλει να αφηγηθεί τις σκέψεις του, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τα πιο ετερόκλητα ζητήματα: από τις τιμές των ακινήτων και την αδυναμία του να χορέψει, μέχρι τον τρόπο ζωής των μεγαλοαστών και την αρχιτεκτονική των λαϊκών προαστίων.

Μετά από μια «τυχαία» συνάντηση με την Τζένιφερ Μπιλς, πρωταγωνίστρια του Φλάσντανς, η βόλτα καταλήγει και πάλι στον κινηματογράφο, όπου παρακολουθεί τη χολιγουντιανή ταινία Χένρι: το πορτρέτο ενός serial killer. Αποχωρεί απορημένος που ο τύπος έχει εκθειάσει αυτήν την ανοησία και φαντασιώνεται τον εαυτό του να βασανίζει τους κριτικούς, υποβάλλοντάς τους στο μαρτύριο να ακούν τους ύμνους που γράφουν για ασήμαντες ταινίες.

H μέρα τελειώνει με το Μορέτι να επισκέπτεται το σημείο που δολοφονήθηκε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι στην Όστια, υπό την υπόκρουση της μουσικής του Κιθ Τζάρετ.

Κεφάλαιο 2: Νησιά (Isole)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναζητώντας την ηρεμία για να γράψει το σενάριο της επόμενης ταινίας του, ο Μορέτι επισκέπτεται το συνεργάτη του Τζεράρντο, έναν καθηγητή φιλοσοφίας που έχει από καιρό μετακομίσει στο Λίπαρι, την πρωτεύουσα των απομονωμένων Αιολίδων Νήσων. Σε αντίθεση όμως με όσα προσδοκούσε, συναντά ένα Λίπαρι στους ρυθμούς της τουριστικής ανάπτυξης, πολύβουο και γεμάτο αυτοκίνητα.

Την επομένη οι δυο τους ξεκινούν μια περιήγηση στα γειτονικά νησιά, προσπαθώντας να βρουν ένα ήσυχο μέρος για να συγκεντρωθούν, αλλά μάταια. Στη Σαλίνα διαπιστώνουν ότι η τοπική κοινωνία καταδυναστεύεται από κακομαθημένα μοναχοπαίδια που έχουν κάνει τη ζωή των ενηλίκων μαρτύριο, απαιτώντας διαρκώς την προσοχή τους! Στο Στρόμπολι δεν τους παρέχει κανείς στέγη επειδή τους περνούν για συμβούλους του κοινοτάρχη, ο οποίος σχεδιάζει να «αναπτύξει» το νησί φυτεύοντας φοίνικες από το Λος Άντζελες στους πρόποδες του ηφαιστείου, ή αλλάζοντας το χαρακτήρα των δρόμων κατά τα πρότυπα της περιοχής με τα «κόκκινα φώτα» του Άμστερνταμ. Στην Παναρέα δεν μένουν ούτε λεπτό, αφού κυριαρχεί το τουριστικό κιτς.

Τελικά μετά από μέρες καταλήγουν στο Αλικούντι, το πιο απομονωμένο και πιο ανεπηρέαστο από τον τουρισμό νησί της περιοχής. Εκεί βρίσκουν επιτέλους αυτό που αναζητούν: ανθρώπους στωικούς και λιτούς, έναν τόπο χωρίς αυτοκίνητα και τις ανέσεις της σύγχρονης ζωής. Σύντομα όμως ο Τζεράρντο, ο οποίος κατά τη διάρκεια των ταξιδιών είδε τηλεόραση για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, συνειδητοποιεί ότι έχει εθιστεί στις σαπουνόπερες - έχει αρχίσει μάλιστα να συντάσσει μια επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Ποντίφηκα, ζητώντας του να άρει τον αφορισμό του συγκεκριμένου είδους. Όταν λοιπόν ανακαλύπτει πως το νησί δεν διαθέτει ούτε μία τηλεόραση, επιστρέφει στο Λίπαρι.

Κεφάλαιο 3: Γιατροί (Medici)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τόπος: Οικία του Μορέτι και ιατρεία

Η ιστορία, στο ξεκίνημα της οποίας ο Μορέτι διευκρινίζει ότι είναι απολύτως αληθινή, ξεκινά με το σκηνοθέτη να επισκέπτεται ένα φημισμένο ιατρικό κέντρο της Ρώμης, επειδή έχει έντονο κνησμό. Θα ακολουθήσουν οκτώ μήνες και επισκέψεις σε 6 διαφορετικούς γιατρούς που θα κάνουν 6 διαφορετικές διαγνώσεις (από αλλεργία και υπερβολική λήψη καφεΐνης μέχρι σύμπλεγμα κατωτερότητας) και θα προτείνουν 6 διαφορετικές φαρμακευτικές αγωγές!

Αφού η φαγούρα δεν περνά, αντίθετα επιδεινώνεται και συνοδεύεται από απώλεια βάρους, στρέφεται στην εναλλακτική ιατρική. Όμως ούτε η ρεφλεξολογία ούτε ο βελονισμός θα τον βοηθήσουν να ξεπεράσει το πρόβλημα.

Τελικά μετά από σχεδόν έναν χρόνο επισκέψεων σε γιατρούς, κάποιος ακτινολόγος τού βγάζει μια ακτινογραφία θώρακος. Αυτή οδηγεί σε συμπληρωματικές εξετάσεις και μία εγχείριση, όπου οι γιατροί ανακαλύπτουν επιτέλους την αλήθεια: ο Μορέτι πάσχει από τη Νόσο Χότζκιν. Η ασθένεια αποδεικνύεται ιάσιμη και το κεφάλαιο τελειώνει με το σκηνοθέτη να βγάζει δύο συμπεράσματα, ότι πρώτον οι γιατροί ξέρουν να μιλάνε αλλά όχι να ακούνε, δεύτερον είναι καλό να πίνουμε ένα ποτήρι νερό το πρωί όταν ξυπνάμε.