Αββαείο του Μυρμπάχ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 47°55′24″N 7°09′29″E / 47.92333°N 7.15806°E / 47.92333; 7.15806

Άποψη του Αββαείου του Μυρμπάχ

Το Αββαείο του Μυρμπάχ βρίσκεται στην Αλσατία, στο βάθος της κοιλάδας των Βοσγίων του Γκεμπβιλέρ μετά το χωριό Μπυλ, όπου μια διακλάδωση οδηγεί στην κοιλάδα του Μυρμπάχ.

Από αυτό τον χώρο είναι ορατοί οι δύο ψηλοί πύργοι από ψαμμίτη, απομεινάρια ενός πασίγνωστου αββαείου ρωμανικού ρυθμού. Στο θεμέλιο λίθο στην πρόσταση της εισόδου βρίσκεται το οικόσημο του πρίγκηπα-αββά : το ασημένιο κυνηγετικό σκυλί, γνωστό παλιότερα και ως το « σκυλί του Μυρμπάχ » από τους κατοίκους της περιοχής. Το αββαείο συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα πλουσιότερα και τα ισχυρότερα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το αββαείο έχει κατηγοριοποιηθεί ως Ιστορικό Μνημείο από το γαλλικό κράτος από το 1841.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καταβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αββαείο του Μυρμπάχ ιδρύθηκε το 727 από τον κόμη Εβεράρδο του Έγκισχαϊμ, ανιψιό της Αγίας Οδίλης και ισχυρό άρχοντα που είχε μόλις χάσει τον μοναδικό του κληρονόμο. Γι' αυτό τον λόγο κάλεσε τον Άγιο Πιρμίνο, ο οποίος είχε ήδη ιδρύσει ή οργανώσει διάφορα μοναστήρια με κυριότερο αυτό του Ράιχεναου. Σύμφωνα με το χρονικό του μοναχού και σοφού Ερμάνου, ο Πιρμίνος ήρθε στο Μυρμπάχ συνοδευόμενος από δώδεκα μοναχούς του Ράιχεναου. Φαίνεται παρόλα αυτά πως ο Πιρμίνος τελικά μάλλον βοήθησε στην οργάνωση στο Μυρμπάχ μιας μικρής μοναστικής κοινότητας, η οποία βρισκόταν ήδη εγκατεστημένη από τις αρχές του 7ου αιώνα στο Μπέργκχολτζ-Ζελ. Το αββαείο θα πάρει την ονομασία Vivarius Peregrinorum (κάτι που θα αποτελούσε απόδειξη, σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, της σκωτσέζικης ή ιρλανδικής καταγωγής των πρώτων μοναχών), ενώ κάποιος Ρωμανός θα τοποθετηθεί στην ηγεσία της μονής.

Στις 12 Ιουλίου 727, ο βασιλιάς των Φράγκων Θεοδώριχος Δ' θα παραχωρήσει στο μοναστήρι το προνόμιο του ασύλου, ενώ θα επικυρώσει τις δωρεές του Εβεράρδου. Στις 12 Μαΐου 728, ο επίσκοπος Βιντεγέρνος του Στρασβούργου δίνει την άδεια στους μοναχούς να εκλέγουν ελεύθερα τον αββά τους. Το αββαείο του Μυρμπάχ σύντομα θα γνωρίσει την άνθηση, εξαιτίας των επιβλητικών δωρεών και κληροδοτημάτων που έλαβε κατά καιρούς. Η βιβλιοθήκη του θα εντυπωσιάσει τους σοφούς της εποχής.

Στις 13 Ιανουαρίου 772, ο Καρλομάγνος θα επικυρώσει το άσυλο του αββαείου. Το 792, θα ανακαλέσει τον αββά του Μυρμπάχ Σιμβέρτο στον επισκοπικό θρόνο του Άουγκσμπουργκ. Ο ηγεμόνας θα γίνει από τότε και για διάστημα ενός έτους, λαϊκός αββάς του Μυρμπάχ (Pastor Murbacensis). Ο Καρλομάγνος θα διατηρήσει ταυτόχρονα για πολλά χρόνια τον τίτλο του ρέκτορα του Μυρμπάχ.

Στις 4 Ιουλίου 926, οι Ούγγροι θα λεηλατήσουν το αββαείο και θα δολοφονήσουν επτά μοναχούς, οι οποίοι και θα λατρεύονται ως μάρτυρες από την Εκκλησία της Αλσατίας μέχρι και την Γαλλική Επανάσταση.

Το αββαείο θα αναστηλωθεί τότε υπό την διεύθυνση του Αββαείου του Κλυνύ και χάρη σε γενναιόδωρες δωρεές της αυτοκράτειρας Αδελαΐδας της Βουργουνδίας. Μετά από αίτημα της συζύγου του Θεοφανούς, ο Αυτοκράτορας Όθωνας Β' θα επικυρώσει στο αββαείο στις 27 Απριλίου 977 όλες του τις κτήσεις, καθώς και τα προνόμιά του.

Στο μυθιστόρημά του με τίτλο Il nome della rosa, το οποίο μεταφράστηκε στα ελληνικά ως Το όνομα του ρόδου, στο τέταρτο κεφάλαιο της Πρώτης ημέρας, ο Ιταλός συγγραφέας Ουμπέρτο Έκο αναφέρει το συγκεκριμένο μοναστήρι ως εργαστήριο παραγωγής αντιγράφων ακόμη ενεργό κατά τον 14ο αιώνα.

Το Πριγκιπάτο του Αββαείου
Ο κήπος του αββαείου
Το αββαείο του Μυρμπάχ υπό τον φθινοπωρινό ήλιο

Πρόσκαιρη ισχύς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Μεσαίωνα, το αββαείο του Μυρμπάχ ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, καθώς κατείχε εκτάσεις σε περίπου 350 τοποθεσίες, από το Παλατινάτο ως την Ελβετία, με κυριότερη αυτή της Λουκέρνης. Το αββαείο θα έχει στην κατοχή του όχι μόνο αγροτικές εκτάσεις και κάστρα αλλά και ιαματικά λουτρά, υαλοποιίες καθώς και ορυχεία.

Το 1228, ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' δίνει στον αββά Ούγο του Ρότενμπουργκ τον τίτλο του Πρίγκηπα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στη πορεία, ο αββάς του Μυρμπάχ θα έχει το προνόμιο να μην λαμβάνει πλέον μέρος στο Συμβούλιο των κληρικών της Αυτοκρατορίας όπως η πλειονότητα των αββάδων της εποχής, αλλά να συμμετέχει στις αυτοκρατορικές Δίαιτες ως μέλος του Συμβουλίου των Πριγκήπων της Αυτοκρατορίας (όπου μονάχα μια δεκαριά ηγουμένων μοναστηριών είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος). Παράλληλα, ο αββάς του Μυρμπάχ ήταν, μαζί με τους ομολόγους του του Φούλντα, του Κέμπτεν και του Βίσενμπουργκ, ήταν ισχυρότερος από πλευράς εξουσίας των υπόλοιπων αββάδων και ηγουμένων της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο αυτοκράτορας Κάρολος Κουίντος θα παραχωρήσει επιπλέον το 1544 στο αββαείο ένα νέο προνόμιο, αυτό της κοπής νομισμάτων εντός του μοναστηριού.

Ακόμα, το 1554, το αββαείο του Μυρμπάχ θα ενωθεί οριστικά με το αββαείο του Λυρ, το οποίο είχε ιδρυθεί τον 6ο αιώνα από τον Άγιο Δέσλιο.

Παρακμή και η περίοδος της απομακρυσμένης διοίκησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1570, ο Ιωάννης-Ούλριχ του Ράιτεναου ανακηρύσσεται πρίγκιπας-αββάς του Μυρμπάχ. Ονομάζει το 1576 τον ανιψιό του, Βολφ-Ντίτριχ του Ράιτεναου, ως βοηθό του, αν και ο τελευταίος δεν ήταν παρά μόνο 19 ετών τότε. Τον Φεβρουάριο του 1587, με τον θάνατο του θείου του, ο Βολφ-Ντίτριχ τον διαδέχεται, αλλά μόλις τον επόμενο μήνα, χρίζεται πρίγκιπας-επίσκοπος του Σάλτζμπουργκ και ως αποτέλεσμα παραιτείται από την θέση του αββά. Η μονή θα εκλέξει για την αντικατάστασή του τον Γκάμπριλε-Γκίελ του Γκίελσμπεργκ, αλλά σε αυτή την εκλογή θα αντιτεθεί ο Πάπας. Οι μοναχοί θα υποχρεωθούν να εκλέξουν ως αββά τον καρδινάλιο Ανδρέα της Αυστρίας. Αυτή θα είναι η απαρχή της απομακρυσμένης διοίκησης του μοναστηριού, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τα μισά του 18ου αιώνα και θα αποτελέσει πηγή συγκρούσεων ανάμεσα στο μοναστήρι, τον Πάπα και τον Ηγεμόνα (τον Αυτοκράτορα και μετέπειτα τον βασιλιά της Γαλλίας).

Το αββαείο, παράλληλα, θα λεηλατηθεί από το 1625 ως το 1640 από τις στρατιές του Βερνάρδου, δούκα του Σαξ-Βάιμαρ. Το 1648 παραχωρείται από το μεγαλύτερο μέρος της Αλσατίας από την Αυτοκρατορία στο Βασίλειο της Γαλλίας. Το αββαείο του Μυρμπάχ θα διατηρήσει το προνόμιό του να παίρνει μέρος στα αυτοκρατορικά συμβούλια, αλλά θα χάσει αυτό του να κόβει νόμισμα εντός των τειχών του.

Λαϊκοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1704 και μετά από πολλούς αββάδες, εκ των οποίων μερικοί δεν ήρθαν ποτέ στο Μυρμπάχ, ένας βοηθός του αββά εκλέγεται εντός του μοναστηριού. Πρόκειται για τον Σελεστίνο του Μπερόλντινγκεν, ο οποίος θα διαδεχτεί το 1720 τον πρίγκιπα-αββά Φίλιππο-Εβεράρδο του Λέβενσταϊν-Βέρτχαϊμ-Ροσφόρ. Εκείνη την περίοδο οι μοναχοί θα αποφασίσουν να εγκαταλείψουν την απομονωμένη κοιλάδα τους για να εγκατασταθούν στο Γκεμπβιλέρ, πρωτεύουσα του εκκλησιαστικού πριγκιπάτου, όπου κατοικούσε ήδη ο πρίγκηπας-αββάς. Το Αποστολικό Νούντσιο στην Ελβετία θα απαντήσει αρνητικά στο αίτημα για την συγκεκριμένη μετακίνηση εκ μέρους του μοναστηριού. Τελικά η πρόφαση θα βρεθεί με υποτιθέμενα έργα ανακατασκευής του αββαείου, που θα δώσουν τη δυνατότητα στους μοναχούς να εγκαταλείψουν το μοναστήρι (όπου δεν θα επιστρέψουν ποτέ).

Το 1736, ο Σελεστίνος θα αναγκαστεί να παραιτηθεί των αρμοδιοτήτων του για χάρη ενός νέου εξ αποστάσεως αββά, του Φραγκίσκου-Αρμάνδου-Αύγουστου του Ροάν Σουμπίζ, μελλοντικού καρδινάλιου και πρίγκηπα-επισκόπου του Στρασβούργου. Σε αντιστάθμισμα, η μονή έχει και πάλι την δυνατότητα να εκλέξει έναν βοηθό του αββά εντός των μοναχών. Αυτός θα είναι ο Λεζέ (Καζιμίρ) του Ρατσαμχάουζεν, ο οποίος θα γίνει πρίγκιπας-αββάς το 1756.

Τρία χρόνια αργότερα, ο Λεζέ θα καταφέρει να αποσπάσει από τον πάπα Κλήμη ΙΓ΄ την επίσημη άδεια για την μεταφορά της μονής στο Γκεμπβιλέρ και το 1764, το αββαείο, που δεν μετρούσε πλέον παρά 10 μοναχούς, σφραγίζεται από τον Πάπα. Το μοναστήρι θα γίνει ένα απλό μετόχι μοναχών με ευγενική καταγωγή, αλλά ο αββάς του θα παραμείνει πρίγκηπας της Αυτοκρατορίας και θα διατηρήσει όλα τα δικαιώματά του πάνω στο μετόχι του Ταν.

Το 1789, το μετόχι θα λεηλατηθεί και θα κλείσει οριστικά τον επόμενο χρόνο. Ο τελευταίος πρίγκηπας-αββάς, ο Βενέδικτος-Φρειδερίκος του Άντλαου-Χόμπουργκ, πεθαίνει το 1839 εξόριστος στο Άιχστατ.

Το καθολικό του Σαιν-Λεζέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καθολικό του Μυρμπάχ θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα έργα τέχνης του ρηνανικού ρυθμού της ρωμανικής αρχιτεκτονικής. Χτίστηκε στο μισό του 12ου αιώνα και αφιερώθηκε το 1216 από τον επίσκοπο της Βασιλείας, Χάινριχ, προς τιμήν της Αγίας Τριάδος, του Τίμιου Σταυρού, της Παρθένου Μαρίας και του Αγίου Λεζέ.

Τα τρία κλίτη γκρεμίστηκαν το 1738, με στόχο να ελευθερώσουν χώρο για ένα κτίσμα μπαρόκ ρυθμού, το οποίο όμως δεν είδε ποτέ το φως της μέρας. Το καθολικό της μονής έγινε ενοριακή εκκλησία του Μυρμπάχ το 1760.

Ανακαινίστηκε μεταξύ άλλων τις περιόδους 1868-1869, 1900-1905, 1964-1966 και 1981-1986. Με το τέλος της τελευταίας αυτής αναπαλαίωσης, η εκκλησία διαθέτει πλέον δύο μπρούτζινες πόρτες και τρεις νέες καμπάνες.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • A. Gatrio: Die Abtei Murbach im Elsass. Strasbourg, Éditions Le Roux, 1895 (2 tomes)
  • P. Legin: L'église Saint-Léger de Murbach. Saisons d'Alsace n° 82, 1983
  • P. Legin: L'abbaye de Murbach. Éditions "la Goélette", 2003
  • M. Mossmann: Histoire d'une abbaye et d'une commune rurale d'Alsace, 1866
  • Arthur Engel; Ernest Lehr: Numismatique de l'Alsace. Paris, Leroux, 1887, p 130-138.