Ύπαιπα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα Ύπαιπα ήταν μια αρχαία ελληνική πόλη της Λυδίας.

Εισαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ύπαιπα ήταν στους πρόποδες του Τμώλου, στο όρος Αίπος, στην πεδιάδα του Καΐκου, πλησίον του χωριού Günlüce (πρώην Datbey, Tapaı, και Ύπηπα στα ελληνικά), 4 χλμ. ΒΔ της πόλης Ödemış. Η θέση ταυτίστηκε από τους Γάλλους περιηγητές Cousinéry και Texier και επιβεβαιώθηκε με ανασκαφές που εκτέλεσε εκεί για λογαριασμό της οθωμανικής κυβέρνησης το 1892 ο Δημοσθένης Βαλτάτζης (Μπαλτατζής). Βρισκόταν σε στρατηγική θέση, επί του δρόμου που ένωνε τις Σάρδεις με την Έφεσο, στα χνάρια του αχαιμενιδικού βασιλικού δρόμου της Αρχαϊκής και Κλασικής περιόδου. Στην επικράτεια των Yπαίπων ανήκαν ορισμένες κώμες ή κατοικίες, η Διδειφυτηνών Κατοικία (ή Διδείφυτα ή Ιδειφυτηνών ή Τιτειφυτηνών κατοικία), η Κιναμούρα, η Πόσταις και η Α[λ]κεανών κατοικία. Το όνομα είναι ελληνικό, προερχόμενο από τη θέση της πόλης υπό το όρος Αίπος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μόνη μυθολογική αναφορά της πόλης αφορά στο προνόμιο που της παραχώρησε η Αφροδίτη να έχει ωραίες γυναίκες. Οι περισσότερες ιστορικές αναφορές σχετίζονται με τη λατρεία της Αρτέμιδος Αναΐτιδος, η οποία ήταν προνόμιο των Περσικών Λυδών. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία που να πιστοποιούν ότι τα Ύπαιπα ήταν αχαιμενιδική αποικία. Μια ιρανο-ελληνική στήλη αυτής της περιόδου με παράσταση συμποσίου αποτελεί το μοναδικό στοιχείο αχαιμενιδικής παρουσίας στην πόλη. Οι ιερείς της θεάς που απαντούν στην αυτοκρατορική περίοδο έχουν ελληνικά ονόματα.

Το 88 π.Χ., μαζί με τις Τράλλεις και τη Μεσόπολη, η πόλη στασίασε κατά του Μιθριδάτη του ΣΤ΄, αλλά καταλήφθηκε ύστερα από πολιορκία και υπέστη σκληρά αντίποινα. Η ακμή της πόλης τοποθετείται στα πρώτα αυτοκρατορικά χρόνια, όταν ήταν ενεργό και το νομισματοκοπείο της. Ανήκε στο conventus της Εφέσου, όπου και συναντάται σε επιγραφές μεγάλος αριθμός κατοίκων των Υπαίπων. Η πόλη έθεσε υποψηφιότητα για νεωκορία, το προνόμιο δηλαδή να χτίσει με την άδεια του αυτοκράτορα Τιβερίου (14-37 μ.Χ.) ναό αφιερωμένο στη λατρεία του, αλλά απορρίφθηκε, μαζί με τις Τράλλεις, τη Λαοδίκεια και τη Μαγνησία του Σιπύλου, ως ασήμαντη. Πράγματι ο Οβίδιος αποκαλεί τα Ύπαιπα ταπεινή πόλη.

Οικονομία – κοινωνία – θεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικές πληροφορίες για την κοινωνική και οικονομική οργάνωση της πόλης παρέχει μια επιγραφή των αυτοκρατορικών χρόνων, όπου αναφέρεται ότι ένας ευεργέτης, του οποίου το όνομα δε σώζεται, δωρίζει αμπελώνες και καλαμώνες στην πόλη και στην ένωση των έξι συστημάτων (συντεχνιών της πόλης), δύο εκ των οποίων είναι αυτές των πωλητών μαλλιού και των παρασκευαστών ρούχων από λινάρι. Η δωρεά περιλαμβάνει επίσης δύο πατητήρια και έναν αριθμό μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων (πίθων), που μοιράζονται μεταξύ της πόλης και των συντεχνιών, ορίζει τις υποχρεώσεις των επιμελητών για τη συντήρηση και την ανανέωση των αμπελώνων και ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας των πατητηριών. Σε άλλο τμήμα της επιγραφής ορίζεται ότι ο εν λόγω ευεργέτης έχει υποθηκεύσει έκταση γης στην κώμη Κιναμούρα και έχει δωρίσει το κεφάλαιο της υποθήκης στην πόλη, για να εξασφαλίσει τη δωρεάν λειτουργία των βαλανείων. Αλλο απόσπασμα της επιγραφής αναφέρει ότι θα πρέπει να χτιστεί ηρώο για την ταφή του γιου του ευεργέτη, του οποίου η πύλη να πλαισιώνεται από δύο αγάλματα φτιαγμένα από μάρμαρο της Αφροδισιάδος. Ορίζει επίσης ότι θα πρέπει να τελεστούν ταφικές τελετές (εναγισμοί) στη μνήμη του γιου του. Ο ευεργέτης απαιτεί να αναρτηθούν οι στήλες στις έδρες των συστημάτων και οι άρχοντες να φροντίσουν ώστε να αναγραφεί στο ναό θεότητας, το όνομα της οποίας δε σώζεται, καθώς και στο Ηρακλείο και το γυμνάσιο του Ολυμπείου.

Είναι γνωστή από άλλες πηγές η μεγάλη αξία που αποδιδόταν στα κρασιά της περιοχής του Τμώλου. Άλλη επιγραφή από την πόλη δίνει ένα τμήμα του κτηματολογίου της υπαίθρου της και κάνει λόγο κυρίως για αμπελώνες. Εκτός από το οικονομικό ενδιαφέρον, η επιγραφή της δωρεάς αποτελεί πηγή πληροφοριών για τη διοίκηση: η πόλη είχε δικούς της θεσμούς, βουλή, μέλη της οποίας ορίζονται επιμελητές της δωρεάς, βούλαρχο και άρχοντες. Σε άλλες επιγραφές γίνεται λόγος για τους στρατηγούς της πόλης. Οι νομισματικές πηγές κάνουν λόγο και για διάφορους επωνύμους αξιωματούχους, το στεφανηφόρο, το γραμματέα και τον ασιάρχη.

Οι εξαρτημένες κώμες είχαν κάποιο βαθμό αυτοδιοίκησης. Στα Διδείφυτα μαρτυρείται η μέριμνα της κώμης για την επισκευή ενός βαλανείου. Οι εργασίες χρηματοδοτούνται από τον κώμαρχο, ο οποίος θα πρέπει να είχε σημαντική εξουσία και οικονομική επιφάνεια στο επίπεδο της κοινότητάς του, κρίνοντας από το γεγονός ότι ξοδεύει το ποσόν των 1.000 δηναρίων επ´ ευκαιρία της εκλογής του.

Ενδιαφέρουσα είναι η παρουσία του εβραϊκού στοιχείου στην πόλη, όπως προκύπτει από μια επιγραφή της Συναγωγής των Σάρδεων, της οποίας ένας ευεργέτης ήταν πολίτης και βουλευτής των Υπαίπων. Η εβραϊκή παροικία των Υπαίπων είναι γνωστή και από άλλες επιγραφικές πηγές.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ύπαιπα θα πρέπει να ήταν κέντρο της λατρείας της Αρτέμιδος Αναΐτιδος, γιατί σε επιγραφή από την πόλη τιμάται μετά θάνατον ο αρχιερέας της θεάς στην Ασία. Σε άλλη επιγραφή αναφέρεται ο αρχιμάγος της λατρείας. Κατά τον Παυσανία, ο μάγος τελετουργούσε μπροστά σε βωμό από τέφρα και διαβάζοντας έναν ύμνο σε άγνωστη γλώσσα έκανε τα ξύλα να ανάψουν χωρίς τη βοήθεια της φωτιάς. Η λατρεία, εκτός από το εξωτικό τελετουργικό, περιλάμβανε και αγώνες, τα Μεγάλα Αρτεμίσια, που τελούνταν στην περιοχή Αρτεμισιάδα, πιθανόν τη συνοικία του ναού της Αναΐτιδος. Η θεά εμφανίζεται στα νομίσματα της πόλης. Ακολουθεί τον εικονογραφικό τύπο της Εφεσίας Αρτέμιδος, με την προσθήκη ενός πέπλου διακοσμημένου με παραστάσεις χειμάρρων και ποταμών. Οι νομισματικές, επιγραφικές και φιλολογικές πηγές μάς δίνουν πληροφορίες για τη λατρεία της Αρτέμιδος στην ελληνική της μορφή, της Κυβέλης, της Αφροδίτης, του Ηρακλή, του Δία, του Ασκληπιού, του Απόλλωνα και του λυδικού Διονύσου Βασσαρέως. Επιγραφικές μαρτυρίες κάνουν λόγο για τους ναούς του Ηρακλή και του Δία στα Ύπαιπα.

Οικοδομήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη των Υπαίπων διασώζει ελάχιστα ερείπια, λόγω του ότι τα κτίσματά της χρησίμευσαν ως δομικό υλικό στους κατοίκους της πόλης Ödemış. Οι μελετητές του 19ου αιώνα που επισκέφτηκαν τα Ύπαιπα αναφέρουν τρεις αρχαίες γέφυρες με ένα τόξο στον ποταμό Κάυστρο, ίχνη από μεγάλο υδραγωγείο και θέατρο, στο δυτικό σημείο της ακρόπολης, του οποίου σώζονταν οι θεμελιώσεις και το οποίο θα πρέπει να είχε διάμετρο περί τα 65 μ. Οι μαρμάρινες βαθμίδες του θεάτρου χρησιμοποιήθηκαν για να χτιστεί η εκκλησία στο Ödemış. Στην πεδιάδα ήταν ορατά ερείπια από ναό σε βάθρο, ενώ κοντά στη δεύτερη γέφυρα του Κάυστρου βρισκόταν μια μεγάλη υπόγεια στοά, χτισμένη από μεγάλες ακατέργαστες πέτρες από γρανίτη και γύψο, αποτελούμενη από δύο διαδρόμους που χωρίζονταν από κιονοστοιχία με τοίχο να ενώνει τις κολόνες. Σώζεται επίσης η θεμελίωση στοάς πάνω από την υπόγεια αίθουσα, που αποτελούσε προφανώς τμήμα ναού. Στην ακρόπολη, που βρίσκεται σε υψόμετρο 387,5 μ., ήταν εμφανή στα τέλη του 19ου αιώνα ίχνη ενός οχυρωματικού τείχους που έφθαναν σε ύψος 5 μέτρων και πάχος 2,4 μ. Το τείχος σωζόταν και σε άλλα σημεία της πόλης, χτισμένο με την ίδια τοιχοδομία της υπόγειας στοάς, αλλά λιγότερο προσεγμένο.

Βυζαντινά Ύπαιπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ύπαιπα θα πρέπει να ήταν σχετικά ακμάζουσα πόλη κατά τη βυζαντινή εποχή, αν κρίνει κανείς από τα ερείπια βυζαντινών εκκλησιών, τις επιγραφές και τα νομισματικά ευρήματα που αναφέρουν οι πρώιμοι μελετητές. Επίσης, οι γέφυρες στον Κάυστρο παρουσιάζουν ίχνη υστερορωμαϊκής και βυζαντινής κατασκευής.

Οι μοναδικές φιλολογικές μαρτυρίες που έχουμε αναφέρονται στα Ύπαιπα ως επισκοπική έδρα εξαρτημένη από τη μητρόπολη της Εφέσου. Επί Ισαακίου Αγγέλου (1186-1195 μ.Χ.) προβιβάστηκε σε αρχιεπισκοπή.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]