Όλαφ ο Αγαπητός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Όλαφ ο Αγαπητός (Αγγλικό εξώνυμο: Olaf Scotking ; Παλαιά Ισλανδικά: Óláfr sœnski, Παλαιά Σουηδικά: Olawær skotkonongær) ήταν Σουηδός βασιλιάς, γιος του Ερρίκου του Κατακτητή και της Ζίγκριντ της Υπερήφανης. Γεννήθηκε περίπου το 980 και διαδέχθηκε στο θρόνο τον πατέρα του το 995, σε ηλικία περίπου 15 ετών.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις πολλές θεωρίες που υπάρχουν σχετικά με το σουηδικό του όνομα Skötkonung είναι ότι σημαίνει "βασιλιάς υποτέλειας". Θεωρείται ότι υπήρχε μια σχέση υποτέλειας με τον Δανό βασιλιά Σβεν Α' που ήταν ο πατριός του.[1] Αυτή η εξήγηση είναι πολύ θεωρητική και δεν υποστηρίζεται απο κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή ιστορικές πηγές. Άλλη μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι[εκκρεμεί παραπομπή] το όνομα "Skötkonung" σημαίνει "Βασιλιάς Θησαυρός/Θησαυρούχος Βασιλιάς" και αναφέρεται στο γεγονός ότι ήταν ο πρώτος Σουηδός βασιλιάς που έκοψε νομίσματα. Μια αρχαία τελετή κατοχής γης που ονομαζόταν "scotting" (από την οποία προέρχεται και η σουηδική λέξη "θησαυρός" ή "φόρος") ίσως να αποτελεί έναν ακόμα λόγο επιλογής αυτού του ονόματος.[2]

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοπή νομίσματος με διαταγή του Όλαφ του Αγαπητού στην Σιγκτούνα

Η γνώση μας σχετικά με τον Όλαφ βασίζεται κυρίως στις μαρτυρίες του Σνόρρι Στούρλουσον και του Άνταμ της Βρέμης, οι οποίες έχουν αμφισβητηθεί από λόγιους κριτικούς πηγών. Σύμφωνα όμως με τον Άνταμ της Βρέμης, ο Σβεν Α' αναγκάστηκε να προστατεύσει το Δανικό βασίλειο του από επιθέσεις του Όλαφ που διεκδίκησε τον δανικό θρόνο. Η διαμάχη έληξε με τον γάμο του Σβεν με την μητέρα του Όλαφ, καθιστώντας τους δύο βασιλείς συμμάχους. Επιπλέον, ο Σνόρι Στούρλουσον περιγράφει τον Σβεν και τον Όλαφ σαν ίσους συμμάχους όταν νίκησαν τον Νορβηγό βασιλιά Όλαφ Τρίγκβασον στην Μάχη του Σβόλντερ το έτος 1000 και μοίρασαν την Νορβηγία μεταξύ τους.

Η εκστρατεία των Βίκινγκς στο Βεντλάντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μια εκστρατεία των Βίκινγκς στη Βεντλάνδη, αιχμαλώτισε την Έντλα, την κόρη του οπλαρχηγού των Βεντλανδών, και μαζί έκαναν δυο παιδιά, τον Έντμουντ, ο οποίος επρόκειτο να στεφθεί βασιλιάς της Σουηδίας, και την Άστριντ, μετέπειτα σύζυγο του βασιλιά Όλαφ Β' της Νορβηγίας. Αργότερα παντρεύτηκε την Άστριντ των Αβοδριτών και έφερε στον κόσμο τον Έντμουντ Ιάκωβο και την Ίνγκεγκερντ Όλοφσντοτερ.

Συμμαχία με τον Σβεν Α' της Δανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λέγεται ότι ο Όλαφ προτιμούσε τα βασιλικά άθληματα αντί του πολέμου και έτσι ο Σβεν Α' της Δανίας πήρε πίσω την Δανία, την οποία ο πατέρας του Όλαφ, Έρικ, είχε κατακτήσει.[3] Ο Όλαφ έχασε επίσης το δικαίωμα καταβολής φόρου υποτέλειας, δικαίωμα το οποίο οι πρόγονοι του είχαν αποκτήσει με πολέμους στις περιοχές της σημερινής Εσθονίας και της σημερινής Λετονίας.

Το έτος 1000, ο Όλαφ συμμάχησε με τον Σβεν Α' της Δανίας, που ήταν παντρεμένος με την μητέρα του, και μαζί με τον Νορβηγό Γιαρλ Έρικ Χακόναρσον και τον Σβεν εναντίον του Νορβηγού βασιλιά Όλαφ Τρίγκβασον. Ο Όλαφ Τρίγκβασον πέθανε στην Μάχη του Σβόλντερ και ο Όλαφ κατέκτησε μέρος της Τρόντελαγκ καθώς και την περιοχή της σύγχρονης Μπόχουσλαντ.[4]

Νορβηγοσουηδικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν το νορβηγικό βασίλειο απέκτησε ξανά την ανεξαρτησία του από τον Όλαφ Β' της Νορβηγίας, ένας νέος πόλεμος ξέσπασε μεταξύ της Νορβηγίας και της Σουηδίας. Πολλοί άνθρωποι τόσο από την Σουηδία όσο και από την Νορβηγία προσπάθησαν να εκθρονίσουν τους δύο βασιλείς. Το έτος 1018, Ο ξάδερφος του Όλαφ, ο κόμης της Βέστεργκετλαντ, Ράγκνβαλντ Ούλφσον και οι απεσταλμένοι του Νορβηγού βασιλιά Μπγιορν Στάλλαρε και Χιάλτι Σκέγκιασον έφτασαν στη Συνέλευση της Ουψάλα σε μια προσπάθεια να πείσουν τον Σουηδό βασιλιά να συνάψει ειρήνη με εγγύηση τον γάμο της κόρης του, Ίνγκεγκερντ, με το βασιλιά της Νορβηγίας. Ο Σουηδός βασιλιάς εκνευρίστηκε πολύ από αυτήν την κίνηση και και απείλησε να εξορίσει τον Ράγκνβαλντ από το βασίλειο του, αλλά ο ίδιος είχε την υποστήριξη του θετού-πάτερα του, Θόργκνι.

Ο Θόργκνι εκφώνησε ένα λόγο με τον οποίο υπενθύμισε στο βασιλιά τις σπουδαίες εκστρατείες των Βίκινγκς στην Ανατολή, ότι οι πρόγονοι του όπως ο Έρικ Έντμουντσον και ο Μπγιορν Έρικσον καθαιρέθηκαν, διαπράττοντας ύβρη με το να μην ακούν τις συμβουλές των αντρών τους. Ο ίδιος ο Θόργκνι έλαβε μέρος σε πολλές και επιτυχημένος λεηλασίες με τον πατέρα του Όλαφ, Ερίκου του Κατακτητή, και μέχρι και ο Έρικ άκουγε τους άντρες του. Ο τωρινός βασιλιάς δεν ήθελε τίποτα άλλο εκτός από την Νορβηγία, την οποία κανένας άλλος Σουηδός βασιλιάς δεν επιθυμούσε μέχρι τότε. Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε τον σουηδικό λαό συλλήβδην, ο οποίος ναι μεν ήταν πρόθυμοι να ακολουθήσουν τον βασιλιά σε νέες εκστρατείες στην Ανατολή για να κερδίσει πίσω τα βασίλεια που πλήρωναν φόρο υποτέλειας στους προγόνους του Όλαφ, αλλά επιθυμούσε επίσης ο βασιλιάς τους να συνάψει ειρήνη με τον βασιλιά της Νορβηγίας και να του δώσει την κόρη του, Ίνγκεγκερντ, για βασίλισσα.

Πρώτος Χριστιανός Βασιλιάς της Σουηδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όλαφ βαφτίστηκε, πιθανότατα από την ιεραπόστολο Ζίγκριντ, περίπου το 1008, και ήταν ο πρώτος Σουηδός βασιλιάς που παρέμεινε Χριστιανός μέχρι το θάνατο του. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Άνταμ της Βρέμης, το γεγονός ότι στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι Σουηδοί ήταν ακόμη παγανιστές ανάγκασε τον Όλαφ να περιορίσει τις χριστιανικές του ενέργειες στο ήδη καθορισμένα σύνορα της επαρχίας Βέστεργκετλαντ.

Όταν έκοψε νομίσματα στην Σιγκτούνα της επαρχίας του Ούπλαντ ο Όλαφ χρησιμοποίησε την λέξη "rex" αντί "βασιλιάς". Για την ακρίβεια, "OLUF REX" ή "OLAF REX" όπως εμφανίζεται πάνω στο νόμισμα. Η χρήση της λατινικής γλώσσας φαίνεται να υποστηρίζει ότι ο Όλαφ ήταν ήδη βαπτισμένος εκείνη την περίοδο. Από την άλλη μεριά όμως, τα πρώτα σουηδικά νομίσματα μιμούνταν τις αγγλικές πένες σε γραφή και σχέδιο. Η Σιγκτούνα αναγράφεται με διάφορες ονομασίες όπως "SITUN","ZINT" (στο παραπάνω νόμισμα), "ZTNETEI, ή ακόμα και "SIDEI". Οι δύο τελευταίες ονομασίες έχουν αποκρυπτογραφηθεί ως "Si(gtuna) Dei" που σημαίνει "Η Σιγκτούνα του Θεού"..[5][6]

Óláfsdrápa sœnska[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ισλανδός βάρδος Óttarr svarti έζησε για λίγο καιρό στην αυλή του Όλαφ και συνέθεσε το ποίημα Óláfsdrápa sœnska που περιγράφει τις πολεμικές εκστρατείες του Όλαφ στην ανατολή. Άλλοι βάρδοι που υπηρέτησαν κοντά στον Όλαφ ήταν ο Gunnlaugr ormstunga, ο Hrafn Önundarson και ο Gizurr svarti.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φερόμενος ως "τάφος του Όλαφ" στην Εκκλησία του Husaby

Υπολογίζεται ότι ο Όλαφ πέθανε τον χειμώνα του 1021-1022. Σύμφωνα με ένα μύθο ο Όλαφ μαρτύρησε στη Στοκχόλμη μετά την άρνηση του να κάνει θυσία στους παγανιστικούς θεούς. Σήμερα, τιμάται ως άγιος από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Από την δεκαετία του 1740, έχει υποστηριχθεί ότι ο Όλαφθάφτηκε στο Husaby, από το χριστιανικό μέρος του βασιλείου του, αλλά τέτοιου είδους θεωρίες παραμένουν αμφιλεγόμενες. Επιπλέον, τα οστά που βρέθηκαν στον υποτιθέμενο τάφο του είναι αρκετά νεότερα από αυτόν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sawyer, Peter (1997). The Oxford Illustrated History of the Vikings. Oxford University Press, 1997. ISBN 0-19-285434-8, p.169.
  2. Ο Θρόνος των Χιλίων Ετών του Jacob Truedson Demitz
  3. Adam of Bremen (book 2, chapter 30)
  4. Snorri Sturluson, "Heimskringla" (Olav Tryggvason's saga, chapter 113)
  5. Thunmark-Nylén, Lena + (1981). Vikingatidens ABC, Statens historiska museum, 1981. ISBN 91-7192-490-6, p.232.
  6. Maiander, Harry + (1947). Sveriges historia genom tiderna. Första delen. Stockholm, 1947. p.159.