Ίρμγκαρντ Μέλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ίρμγκαρντ Μέλερ (Irmgard Maria Elisabeth Möller, γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1947 στο Μπίλεφελντ) είναι μία Γερμανίδα πρώην τρομοκράτης και μέλος της λεγόμενης «πρώτης γενιάς» της τρομοκρατικής οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF).

Ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κόρη ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου σπούδασε γερμανική φιλολογία. Το 1971 έγινε μέλος της RAF, όπου μάλλον οργάνωνε τις δράσεις της ομάδας στον χώρο της Στουτγάρδης. Συλλήφθηκε από την αστυνομία τον Ιούλιο του 1972. Το 1976 κρίθηκε ένοχη για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Μετά το θάνατο της Ουλρίκε Μάινχοφ (Ulrike Meinhof) το 1976 μεταφέρθηκε στις φυλακές του Σταμχάιμ της Στουτγάρδης, όπου κρατούνταν και άλλα μέλη της RAF.

Η Μέλερ είναι το μόνο μέλος της RAF που επέζησε στη «νύχτα θανάτου» (Todesnacht von Stammheim). Στις 18 Οκτωβρίου 1977 βρέθηκαν στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στο Σταμχάιμ νεκροί στα κελιά τους οι κρατούμενοι Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Baader), Γκούντρουν Ένσλιν (Gudrun Ensslin) και Γιαν-Καρλ Ράσπε (Jan-Carl Raspe). Η Ίρμγκαρντ Μέλερ γλίτωσε με βαριά τραύματα, τα οποία -κατά την επίσημη άποψη- επέφερε η ίδια στον εαυτό της με ένα μαχαίρι. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση.

Μέχρι σήμερα επιμένει ότι κρατικές δυνάμεις δολοφόνησαν τους συντρόφους της και ότι αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν και την ίδια. Η επίσημη άποψη είναι ότι πρόκειται για μαζική αυτοκτονία των κρατουμένων. Ανεξάρτητες έρευνες δεν μπόρεσαν να επικυρώσουν της κατηγορίες της Μέλερ, ούτε όμως να τις διαψεύσουν.

Τον Μάιο του 1979 καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση για τη βομβιστική επίθεση στο αμερικανικό στρατηγείο της Χαϊδελβέργης (24 Μαΐου 1972), η οποία προκάλεσε το θάνατο τριών στρατιωτικών των ΗΠΑ.

Κατόπιν μεταφέρθηκε σε φυλακή του Λίμπεκ, όπου επικοινωνούσε κάθε μέρα με το επίσης εκεί κρατούμενο μέλος της RAF, Χάνα Κράμπε (Hanna Krabbe). Στη συνέχεια διάφορες φεμινιστικές ομάδες δημιούργησαν ομάδα αλληλεγγύης για τη Μέλερ.[1] Η Μέλερ κρατήθηκε 23 χρόνια στην φυλακή και αποφυλακίστηκε το 1995 από την φυλακή του Λίμπεκ. Από το 2006 ζει στο Αμβούργο.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Monica Jacobs: Civil Rights and Women’s Rights in the Federal Republic of Germany Today, στην: New German Critique 13 (Special Feminist Issue), σελ. 164–174, εδώ σελ. 171f.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Oliver Tolmein: „RAF – Das war für uns Befreiung“. Ein Gespräch mit Irmgard Möller über bewaffneten Kampf, Knast und die Linke; Hamburg: Konkret-Literatur-Verlag, 2002, ISBN 3-89458-149-2 (pdf), Απόσπασμα στον Σύλλογο Rote Hilfe e.V.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Irmgard Möller της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).