Ήπειρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Ηπείρου (κατά Στράβωνα), σε σύγκριση με τα σύγχρονα όρια κρατών

Η Ήπειρος είναι γεωγραφική και ιστορική περιφέρεια στην νοτιοανατολική Ευρώπη, που μοιράζεται μεταξύ της Ελλάδας και Αλβανίας. Βρίσκεται μεταξύ της οροσειράς Πίνδου και του Ιονίου Πελάγους, εκτεινόμενη από τον κόλπο του Αυλώνα και τα Κεραύνια όρη στον βορρά, μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο και τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Νικόπολη στον νότο. Σήμερα είναι διαιρεμένη μεταξύ της περιφέρειας Ηπείρου στη βορειαονατολική Ελλάδα και τους νομούς Αυλώνα, Αργυροκάστρου και Μπεράτ στην νότια Αλβανία. Η μεγαλύτερη πόλη στην Ήπειρο είναι τα Ιωάννινα, έδρα της περιφέρειας Ηπείρου, με το Αργυρόκαστρο μεγαλύτερη πόλη στο Αλβανικό μέρος της Ηπείρου.[1]

Τραχιά και ορεινή περιοχή, η Ήπειρος ήταν η περιοχή βορειοδυτικά της αρχαίας Ελλάδας.[2] Κατοικούνταν από τις ελληνικές φυλές των Χαόνων, Μολοσσών, και Θεσπρωτών, και ήταν η έδρα του ιερού της Δωδώνης, το παλαιότερο αρχαίο ελληνικό μαντείο, και το πιο διάσημο μετά τους Δελφούς. Ενωμένη σε ένα ενιαίο κράτος το 370 π.Χ. από τη δυναστεία των Αεκιδών, η Ήπειρος απέκτησε φήμη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Πύρρου της Ηπείρου, του οποίου οι εκστρατείες εναντίον της Ρώμης είναι η προέλευση του όρου «Πύρρειος νίκη». Η Ήπειρος έγινε μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα το 146 π.Χ., που ακολουθήθηκε από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στην Τέταρτη Σταυροφορία, η Ηπείρος έγινε το κέντρο του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ένα από τα διάδοχα κράτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατακτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τον 15ο αιώνα, και έγινε ημι-ανεξάρτητη κατά την διακυβέρνηση του Αλή Πασά στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά οι Οθωμανοί εκ νέου την επανέφεραν υπό τον έλεγχό τους το 1821. Μετά τις Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η νότια της Ηπείρος έγινε μέρος της Ελλάδας, ενώ η Βόρεια Ήπειρος έγινε μέρος του νεοσύστατου κράτος της Αλβανίας.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα όρια της Ηπείρου, από τους μυθικούς χρόνους, εκτείνονται από τον Αμβρακικό κόλπο νότια μέχρι το Γενούσο (Σκούμπι) ποταμό βόρεια [3][4][5] και από το Ιόνιο πέλαγος δυτικά μέχρι την οροσειρά της Πίνδου ανατολικά. Ο ποταμός Γενούσος χώριζε την Ήπειρο από το γεωγραφικό διαμέρισμα που άλλοτε λεγόταν Ιλλυρία . Σήμερα το τμήμα της Ηπείρου που βρίσκεται μεταξύ του Γενούσου (βόρεια) και των σημερινών ελληνοαλβανικών συνόρων (νότια) ανήκει στο Αλβανικό κράτος και είναι η λεγομένη Βόρεια Ήπειρος . Η μορφολογία του εδάφους της Ηπείρου είναι κυρίως ορεινό με κυρίαρχη την μεγαλύτερη οροσειρά της Ελλάδας, την Πίνδο. Η ψηλότερη κορυφή φτάνει τα 2.600 μέτρα.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα με το Δία από τη μία πλευρά και με την λέξη "ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ" από την άλλη

Η ονομασία προέρχεται από το επίθετο ἄπειρος, την δωρική προφορά της λέξης ἤπειρος και της αποδόθηκε από τους απέναντι Κερκυραίους που αναφέρονταν στην γη απένατί τους, με την έννοια της μεγάλης έκτασης ξηράς. Σε νόμισμα των αρχαίων κατοίκων της περιοχής, κατά τον 3ο π.Χ. αι., αναφέρεται και η λέξη ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ (των Ηπειρωτών, το Ηπειρωτικόν)

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ήπειρος στην Προϊστορική Εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ήπειρος κατοικήθηκε από τους παλαιολιθικούς χρόνους. Οι ανασκαφή του Βρεττανού καθηγητή Eric Higgs με τον Σωτήριο Δάκαρη το 1963-1965 στό Παλαιολιθικό Σπήλαιο Ασπροχάλικο Πρέβεζας απέδωσε ευρήματα ζωής Homo Sapiens από το 100.000 - 10.000 πΧ. Παρόμοια ευρήματα βρήκαν οι ανωτέρω στή θέση Καστρίτσα Ιωαννίνων. Μεταγενέστερα οι κάτοικοι εκείνης της εποχής ήταν τροφοσυλλέκτες, κυνηγοί και ποιμένες και κατασκεύασαν μεγάλoυς τύμβους για να θάψουν τους ηγέτες τους. Οι τύμβοι αυτοί είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνους που κατασκευάστηκαν αργότερα από τους Μυκηναίους. Το στοιχείο αυτό έχει υποστηριχθεί από την αρχαιολογική κοινότητα ότι αποτελεί απόδειξη της συγγένειας μεταξύ Ηπειρωτών της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής και Μυκηναίων της μετέπειτα εποχής του Χαλκού. Στην Ήπειρο βρέθηκαν και πολλοί οικισμοί και ευρήματα της καθεαυτού Μυκηναϊκής εποχής. Τα πιο σημαντικά από αυτά βρέθηκαν στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα ποταμο'υ και στο Μαντείο της Δωδώνης (του Δωδωναίου Δία). Οι Δωριείς εισέβαλαν στην Πελοπόννησο διάμεσο της Ηπείρου και της Μακεδονίας στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.χ. (περίπου 1100 με 1000 π.χ.), όμως οι λόγοι αυτής της μετακίνησης δεν έχουν διασαφηνιστεί. Ενώ πολλοί κάτοικοι της περιοχής μετανάστευσαν προς νότο, εκείνη την εποχή εμφανιστήκαν στην Ήπειρο οι τρεις βασικές φυλές της (σύμφωνα και με τους ιδρυτικούς μύθους των φυλών αυτών). Τα φύλλα αυτά ήταν οι Χάονες στα βορειοδυτικά (σημερινή Αλβανία), οι Μολοσσοί στο κέντρο (Ιωάννινα και Άρτα) και οι Θεσπρωτοί στο νότο (Θεσπρωτία και Πρέβεζα).

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αρχαία Ήπειρος
Ηπειρος στην Αρχαιοτητα

Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα της πόλης-κράτους, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη και η Κόρινθος, οι Ηπειρώτες ζούσαν σε μικρά χωριά. Η περιοχή βρίσκονταν στο άκρο του ελληνικού κόσμου και συχνά οι ηπειρώτικες φυλές είχαν να αντιμετωπίσουν εισβολείς από τον βορά. Η περιοχή πάντως ήταν ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, λόγω της παρουσίας του Μαντείου της Δωδώνης.

Οι Ηπειρώτες, μολονότι αποδεδειγμένα Έλληνες, ορισμένες φορές οι Αθηναίοι τους έβλεπαν με περιφρόνηση. Τον 5ο αι. π.χ. ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης και ο Στράβων τους χαρακτηρίζουν βαρβάρους. Όμως οι Απολλόδωρος, Διονύσιος ο Αλικαρνασσού, Φροντίνος, Παυσανίας, Κλαύδιος Πτολεμαίος, Ευτρόπιος τους χαρακτηρίζουν ως Έλληνες.

Οι Αιακίδες εγκαθίδρυσαν δυναστεία Μολοσσών στην Ήπειρο και την ένωσαν σε ενιαία πολιτική οντότητα από το 370 π.χ.. Οι Μολοσσοί συμμάχησαν με το ισχυρό, εκείνη την εποχή μακεδονικό βασίλειο, και το 359 π.χ. η Μολοσσίδα πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, ανηψιά του βασιλιά Αρύββα της Ηπείρου, παντρεύτηκε τον βασιλιά Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας. Θα έφερνε στον κόσμο τον Μέγα Αλέξανδρο.

Με τον θάνατο του Αρύββα, τον διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Α' της Ηπείρου στον θρόνο. Ο Αιακίδης της Ηπείρου, διαδέχτηκε τον Αλέξανδρο, όμως εκθρονίστηκε από τον Κάσσανδρο της Μακεδονίας το 313 π.χ.. Ο γιος του Αιακίδη Πύρρος ανέβηκε στον θρόνο το 295 π.χ. και για έξι έτη πολέμησε εναντίον των Ρωμαίων στην Νότια Ιταλία και την Σικελία. Η εκστρατεία του έκανε την Ήπειρο, προσωρινά, ισχυρή δύναμη στον τότε γνωστό κόσμο και από τότε υπάρχει ο όρος Πύρρειος νίκη, που αναφέρεται στις νίκες που όμως προκαλούν δυσαναπλήρωτες απώλειες στον νικητή.

Τον 3ο αι. π.χ. η Ήπειρος παρέμεινε υπολογίσιμη, ενωμένη υπό του Κοινού των Ηπειρωτών ως ομόσπονδο κράτος με το δικό της κοινό αντιπροσώπων (ή συνέδριο όπως αναφέρονταν). Όμως βρέθηκε στο επίκεντρο των πολέμων μεταξύ Μακεδονίας και της ανερχόμενης δύναμης: της Ρώμης. Το κοινό των Ηπειρωτών παρέμεινε ουδέτερο στην διαμάχη αυτή, όμως στον Γ’ Μακεδονικό Πόλεμο (171-168 π.χ.) οι Μολοσσοί πήραν το μέρος των Μακεδόνων, ενώ οι Χάονες και οι Θεσπρωτοί το μέρος των Ρωμαίων. Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές για την Ήπειρο, οι Μολοσσοί υποτάχθηκαν το 167 π.χ. και 150.000 κάτοικοι έγιναν σκλάβοι. Η περιοχή λεηλατήθηκε τόσο έντονα, από τους Ρωμαίους που έπρεπε να περάσουν 500 χρόνια για να επανακάμψει και πάλι η ζωή στην Ήπειρο.

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση έπαψε και η ανεξαρτησία της Ηπείρου. Το 146 π.Χ. έγινε ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα ‘’Παλαιά Ήπειρος’’. Η παράκτια περιοχή γνώρισε σχετική εμπορική άνθιση, ενώ η κατασκευή της εγνατίας οδού, έδωσε περαιτέρω ώθηση στην εμπορική και οικονομική δραστηριότητα της περιοχής.

Η Ήπειρος περιήλθε στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Βυζάντιο), όταν διεραίθηκε η αυτοκρατορία το 395 μ.χ.. Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη από τους σταυροφόρους το 1204, ο Μιχαήλ Α' Κομνηνός Δούκας κατέλαβε την Ήπειρο και ίδρυσε το ανεξάρτητο Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα. Γεωγραφικά, το Δεσποτάτο περιλάμβανε εκτός από την Ήπειρο (από τον ποταμό Γενουσό στα βόρεια ως τον Αμβρακικό), την Αιτωλία, την Ακαρνανία και περιοχές της Πρώην Γιουκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το 1318 την περιοχή την κατέλαβαν προσωρινά Σέρβοι και αργότερα για ένα διάστημα κατέλαβαν κάποιες πόλεις Αλβανοί. Το 1359 το Δεσποτάτο πέρασε στην επικράτεια του Βυζαντίου, αλλά όχι για πολύ. Λίγο πριν την Οθωμανική κατάκτηση, η Ήπειρος ελέγχονταν από την Ιταλική οικογένεια των Τόκκων. Παρά την εναλλαγή διοικήσεων και κατακτητών, τουλάχιστον οι πόλεις της Ηπείρου διατηρούσαν κυρίως Ελληνικό πληθυσμό. Όπως αναφέρεται σε πανηγυρικό κείμενο που γράφτηκε μεταξύ 1427-1446, "Αι δε πόλεις καθαρόν έτι σώζουσι το ελληνικόν γένος, ...".[6]

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οθωμανική περίοδος ήταν εξαιρετικά επώδυνη για την Ήπειρο, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις δόθηκαν στους μουσουλμάνους και πολλοί Ηπειρώτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή, για μια καλύτερη ζωή. Υπήρχαν όμως μεμονωμένες περιοχές στα παράλια που βρίσκονταν υπό βενετική κυριαρχία μέχρι τα τέλη του 15ου αι. όπου ολοκληρώθηκε η οθωμανική κατάκτηση στην Ήπειρο (Πρέβεζα, Πάργα κ.α.). Η περιοχή υπήρξε εστία εξεγέρσεων με κυριότερη αυτή του Διονυσίου του Φιλοσόφου, που καταπνήγηκε στο αίμα το 1611.

Από τον 17ο αιώνα πολλοί έμποροι από τα Ιωάννινα, το Μέτσοβο, το Ζαγόρι και άλλες περιοχές, συνέβαλαν με τα ευεργετήματά τους στην πνευματική ανάκαμψη του τόπου, με την ανέγερση σχολείων και βιβλιοθηκών. Ορισμένοι από αυτούς ήταν ο Απόστολος Αρσάκης, οι αδελφοί Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, ο Σίμων Σίνας, οι αδελφοί Ζωσιμάδες, οι αδελφοί Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας, ο Χρηστάκης Ζωγράφος και πολλοί άλλοι. Αξιομνημόνευτη είναι και η συμβολή πολλών Ηπειρωτών διδασκάλων της εποχής (Μπαλάνος Βασιλόπουλος, Νεόφυτος Δούκας, Αθανάσιος Ψαλίδας κ.α.). Η Ήπειρος υπήρξε από τις περιοχές που καλλιέργησαν έντονα τις ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Δεν είναι υπερβολική η έκφραση που αναφέρεται στα Γιάννενα (Ιωάννινα) εκείνη την εποχή, ότι είναι «πρώτα στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Τον 18ο αιώνα, με την σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανέλαβε πασάς στα Ιωάννινα ο μουσουλμάνος-αλβανός (Τουρκαλβανός) Αλή πασάς από το Τεπελένι (1788). Για ένα διάστημα ήλεγχε μια εκτεταμένη περιοχή (Δυτική Ελλάδα, Πελοπόννησος), όμως έμειναν ξακουστές οι πολύχρονες συγκρούσεις μεταξύ του στρατού του και των Σουλιωτών, τους οποίους εξουθένωσε και τους ανάγκασε να αποχωρίστουν τις πατρογονικές εστίες ύστερα από δολοπλοκίες (1803). Ο Αλή πασάς υπήρξε έξυπνος διπλωμάτης, αλλά με τις ραδιουργίες του για να αποκτήσει όλο και πιο πολύ επιρροή, προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό του.

Από την Επανάσταση του ’21 ως την απελευθέρωση της Άρτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής εταιρείας που προετοίμασαν το έδαφος για την Επανάσταση ήταν από την Ήπειρο, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (από Άρτα και Ιωάννινα αντίστοιχα). Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 πολλές πόλεις και χωρία της περιοχής ύψωσαν την σημαία της επανάστασης και οι Ηπειρώτες συμμετείχαν ενεργά στις συγκρούσεις, εντός και εκτός Ηπείρου.

Με το πέρας της Επανάστασης (1830), η Ήπειρος δεν περιήλθε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Όμως ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η συμβολή των Ηπειρωτών ευεργετών στην ενίσχυση του κράτους, όπως του Γεωργίου Σταύρου, ιδρυτή και πρώτου διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Γεώργιος Αβέρωφ, ιδρυτή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνίου. Ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας (ως συνταγματικής μοναρχίας) υπήρξε ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης, από το Συρράκο.

20ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνθήκη του Βερολίνου το 1881 έδωσε στην Ελλάδα την περιοχή της Άρτας και με τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 προσαρτήθηκε και η υπόλοιπη Ήπειρος. Όμως τελικά οι περιοχές Κορυτσάς και Αργυροκάστρου, δηλαδή η Βόρεια Ήπειρος, επιδικάστηκε στην νεοϊδρυθείσα τότε Αλβανία μετά από ιδιαίτερη πίεση των Ιταλών διπλωματών. Με την αναγκαστική αποχώρηση του ελληνικού στρατού το 1914 από την Βόρεια Ήπειρο, οι Βορειοηπειρώτες συγκρότησαν δική τους αυτόνομη κυβέρνηση και στρατό, που αντιμετώπισε με επιτυχία τις επιθέσεις της αλβανικής χωροφυλακής και Αλβανών ατάκτων, μέχρι να υποχρεωθεί η Αλβανική κυβέρνηση να υπογράψει το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, με το οποίο αναγνώρισε την αυτονομία της περιοχής και τα πολιτικά, θρησκευτικά δικαιώματα των κατοίκων της. Όταν ξέσπασε ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ελληνικός στρατός εισήλθε ξανά στην βόρειο Ήπειρο, όμως λόγω του εθνικού διχασμού την κατέλαβαν το 1916 οι Ιταλοί. Παρόλο που η Διάσκεψη ειρήνης στο Παρίσι το 1919, επιδίκασε την περιοχή στην Ελλάδα, διπλωματικές μηχανορραφίες, κυρίως της Ιταλίας, καθώς και ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1919-1922, συντέλεσαν να προσαρτηθεί η Β. Ήπειρος στην Αλβανία το 1924.

Η Ιταλία του Μουσολίνι κατέλαβε την Αλβανία το 1939 και στις 28 Οκτωβρίου 1940 κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Μετά όμως την νικηφόρο προέλαση του ελληνικού στρατού, η Β. Ήπειρος απελευθερώθηκε για 3η φορά. Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος είχε μεγάλη σημασία και σε παγκόσμια κλίμακα καθώς ήταν η πρώτη νίκη επί του Άξονα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την επίθεση όμως της Γερμανίας τον Απρίλιο του 1941 μέσω Γιουγκοσλαβίας, ακολούθησε συνθηκολόγηση της Ελλάδας. Η Ήπειρος στην περίοδο της κατοχής ανήκε στην ιταλική ζώνη κατοχής και αργότερα με την συνθηκολόγηση της Ιταλίας στους Συμμάχους (1943), ανήκε στην γερμανική ζώνη.

Στα βουνά της Ηπείρου έγιναν σκληρές μάχες στον εμφύλιο πόλεμο, μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η αποχώρηση των Γερμανών από την περιοχή.

Η Ήπειρος μεταπολεμικά υπήρξε από τις πιο παραμελημένες, οικονομικά, περιοχές της χώρας, με πολλούς Ηπειρώτες να φεύγουν για το εξωτερικό για μια καλύτερη τύχη. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες μεγάλη έξαρση έχει σημειώσει ο τουρισμός της περιοχής, ιδιαίτερα το καλοκαίρι στις παραθαλάσσιες περιοχές, αλλά ακόμη και τον χειμώνα στις ορεινές (ιδιαίτερα στο Ζαγόρι και το Μέτσοβο).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ηπείρου. Από τις αρχές της οθωμανοκρατίας ως τις μέρες μας, εκδ. Αντ, Σταμούλης, Αθήνα, 2012
  • Συλλογικό, Επιμ. Μιχαήλ Σακελλαρίου, Ήπειρος 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού , Εκδοτική Αθηνών, 1997

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Epirus». Encyclopaedia Britannica. Encyclopaedia Britannica, Inc.. http://www.britannica.com/EBchecked/topic/190156/Epirus. Ανακτήθηκε στις 16 November 2013. 
  2. Hornblower, Spawforth & Eidinow 2012, "Epirus", p. 527.
  3. Στράβων, γεωγραφικά 7,7,4 "Ταύτην δη την οδό εκ των περί την Επίδαμνον και Απολλωνίαν τόπων ιούσιν εν δεξιά μεν εστί τα Ηπειρωτικά έθνη, κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι Αμβρακικού κόλπου , εν αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών , ά προδιήλθομεν και τα έθνη τα παροικούντα" Η οδός στην οποία αναφέρεται ο Στράβων είναι η Εγνατία που ακολουθεί την κατεύθυνση της κοιλάδας του Σκούμπι.
  4. Ο Στέφανος Βυζάντιος στο έργο του "Εθνικά" αναφέρει : "Εκαταίος ο Μιλήσιος λιμένα καλεί Ηπείρου Ωρικόν (κοντά στον Αυλώνα) εν τη Ευρώπη"
  5. Κλαύδιος Πτολεμαίος , Γεωγραφική αφήγησις βιβλίο Γ'κεφ 13 "Αρχή Ελλάδος από Ωρυκίας και αρχέγονος Ελλάς Ήπειρος"
  6. Ι.Κ. Βογιατζίδου: Συμβολή εις την Μεσααινωνικήν Ιστορίαν της Ηπείρου. Ηπειρωτικά Χρονικά, 1926, τομ. 1ος, σελ. 72-80.
    Ο πανηγυρικός οφείλεται σε ανώνυμο συγγραφέα και φυλάσσεται στη Βιλιοθήκη του Βατικανού. Δημοσιεύτηκε πρώτα από τον Σπ. Λάμπρου στα "Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά", τομ. Γ', σελ. 194,7, Αθήνα, 1928.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:

Ψηφιακό αρχείο ΔΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]