Έτσι κάνουν όλες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έτσι κάνουν όλες
Cosi fan tutte - first performance.jpg
Αφίσα από την πρεμιέρα (1790)
Πρωτότυπος τίτλος Così fan tutte
Γλώσσα πρωτοτύπου Ιταλικά
Είδος Όπερα μπούφα
Μουσικό ρεύμα Κλασικισμός
Μουσική Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Λιμπρέτο Λορέντσο ντα Πόντε
Πράξεις δύο
Πρεμιέρα 26 Ιανουαρίου 1790
Θέατρο Μπούργκτεατερ, Βιέννη
Ρόλοι

Φιορντιλίτζι, 20χρονη δεσποινίς της υψηλής κοινωνίας (υψίφωνος)
Ντοραμπέλα, 15χρονη αδελφή της Φιορντιλίτζι (μεσόφωνος)
Δέσποινα, υπηρέτρια των κοριτσιών (υψίφωνος)
Γουλιέλμος, στρατιωτικός, εραστής της Φιορντιλίτζι (βαρύτονος)
Φεράντο, στρατιωτικός, εραστής της Ντοραμπέλα (τενόρος)
Δον Αλφόνσο, θυμόσοφος γέρος, φίλος των ανδρών (βαθύφωνος
Χορωδία, στρατιώτες, υπηρέτες, ναύτες

Έτσι κάνουν όλες, ή Σχολείον εραστών (Così fan tutte, ossia La scuola degli amanti) ονομάζεται μια όπερα σε δύο πράξεις του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, γραμμένη πάνω σε λιμπρέτο του Λορέντσο ντα Πόντε. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της όπερας μπούφα, δηλαδή της ιταλικής εύθυμης όπερας.

Το έργο αφηγείται αφηγείται μια πολύ τολμηρή - για τα δεδομένα της εποχής - ιστορία ανταλλαγής ερωτικών συντρόφων. Μολονότι στην πρεμιέρα (1790) γνώρισε θετική υποδοχή από το βιεννέζικο ακροατήριο, οι παραγωγοί επί ενάμιση αιώνα το θεωρούσαν «επικίνδυνο» για την κυρίαρχη ηθική και είτε απέφευγαν να το ανεβάσουν, ή προτιμούσαν μια πιο «αφυδατωμένη» εκδοχή. Έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του 1950 για να ξαναβρεί τη θέση του στο οπερατικό ρεπερτόριο, όμως από τότε αποτελεί μια από τις πιο δημοφιλείς και πολυπαιγμένες όπερες.

Ιστορία της σύνθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Έτσι Κάνουν Όλες είναι η τρίτη (όλες στην ιταλική γλώσσα) και τελευταία όπερα που προέκυψε από τη συνεργασία του Μότσαρτ με τον Ντα Πόντε - είχαν προηγηθεί οι Γάμοι του Φίγκαρο και ο Ντον Τζιοβάννι. Μάλιστα ο στίχος που έδωσε τον τίτλο (cosí fan tutte) αποτελεί επανάληψη μιας φράσης του Δον Μπαζίλιο απ' τους Γάμους του Φίγκαρο.

Παλαιότερα πιστευόταν πως γράφτηκε κατά παραγγελία του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ των Αψβούργων, όμως η σύγχρονη έρευνα έχει ανατρέψει αυτήν την άποψη. Επίσης, χειρόγραφες παρτιτούρες που ανακαλύφθηκαν το 1994, δείχνουν μια ανολοκλήρωτη προσπάθεια του Αντόνιο Σαλιέρι να μελοποιήσει το ίδιο λιμπρέτο πριν το Μότσαρτ - ο Ντα Πόντε συνεργαζόταν και με τους δύο συνθέτες, οι οποίοι θεωρούνταν «άσπονδοι φίλοι» στους καλλιτεχνικούς κύκλους της αυστριακής πρωτεύουσας.

Όσον αφορά στην εκτελεστική πρακτική του έργου, οι σύγχρονες επιταγές αποκλίνουν από τις αυθεντικές. Ειδικότερα στους τύπους φωνής πλέον ακολουθείται η σύγχρονη πρακτική· ο Μότσαρτ ήταν πολύ πιο γενικός, προβλέποντας υψιφώνους για τους τρεις γυναικείους ρόλους, τενόρο για το Φεράντο και βαθυφώνους για το Γουλιέλμο και το Δον Αλφόνσο.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, διάφορες διανομές να ξεφεύγουν κι απ' τις δύο εκδοχές. Συχνά η Δέσποινα ερμηνεύεται από μεσόφωνο, όταν ο σκηνοθέτης επιθυμεί να της δώσει πιο δραματικό τόνο, πέρα από τα κατά βάσιν σουμπρετίστικα χαρακτηριστικά της. Επίσης συχνά για το Δον Αλφόνσο επιλέγεται βαρύτονος και για το Γουλιέλμο βαθύφωνος. Οι μόνοι ρόλοι που ακολουθούν οπωσδήποτε τον παραπάνω πίνακα είναι ο Φεράντο και η Φιορντιλίτζι, διότι είναι γραμμένοι σε τόσο ψηλή περιοχή που μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά από τενόρο και υψίφωνο αντίστοιχα.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πράξη Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η όπερα ξεκινά με ένα στοίχημα. Από τη μία μεριά είναι ο Γουλιέλμος και ο Φεράντο, δύο αξιωματικοί που αγαπούν δύο αδελφές (Φιορντιλίτζι και Ντοραμπέλα αντίστοιχα) και τις θεωρούν απόλυτα πιστές. Από την άλλη είναι ο Δον Αλφόνσο, για τον οποίο η γυναικεία πίστη είναι σαν το φοίνικα - όλοι λένε ότι υπάρχει, αλλά κανείς δεν ξέρει που είναι. Με τη μεριά του Αλφόνσο θα ταχθεί και η Δέσποινα, υπηρέτρια των δύο κοριτσιών.

Στα πλαίσια του στοιχήματος, οι δύο στρατιωτικοί υποκρίνονται ότι τους καλούν στον πόλεμο και φεύγουν απ' τη Νάπολη. Γρήγορα όμως επιστρέφουν μεταμφιεσμένοι σε Αλβανούς μουστακαλήδες και διεκδικούν ο ένας την αγαπημένη του άλλου. Οι κοπέλες αρχικά αποκρούουν την ερωτική πολιορκία, αποφασισμένες να μείνουν απόλυτα πιστές. Ο Αλφόνσο φαίνεται να χάνει το στοίχημα, μέχρι που η τετραπέρατη Δέσποινα σκηνοθετεί μια ψεύτικη απόπειρα αυτοκτονίας των δύο παράξενων επισκεπτών λόγω ερωτικής απογοήτευσης.

Πράξη Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κολακευμένες από την απόπειρα αυτοκτονίας των επίδοξων εραστών τους, η Φιορντιλίτζι κι η Ντοραμπέλα συμφωνούν πως δεν θα ήταν κακό ένα αθώο φλερτ μέχρι να γυρίσουν οι αγαπημένοι τους. Με αυτή τη σκέψη, αργά (Φιορντιλίτζι) ή γρήγορα (Ντοραμπέλα) πέφτουν στις αγκαλιές των Αλβανών. Μετά από αυτήν την εξέλιξη, οι δύο άντρες αναγνωρίζουν τη νίκη του Δον Αλφόνσο και αποφασίζουν πως δεν αξίζει πια να αγαπούν τα κορίτσια. Ο θυμόσοφος φίλος τους θα ζητήσει τότε να τις συγχωρήσουν, μιας και κατά βάθος «έτσι κάνουν όλες» - αυτοί πράγματι μεταπείθονται, αλλά αποφασίζουν να δώσουν πρώτα ένα μάθημα στις (ακόμα ανυποψίαστες) άπιστες.

Το αθώο φλερτ σύντομα μετατρέπεται σε πρόταση γάμου, την οποία οι κοπέλες αποδέχονται. Όμως με τη λήξη της τελετής (που τελεί η Δέσποινα μεταμφιεσμένη σε συμβολαιογράφο), ακούγονται από μακριά εμβατήρια, σημάδι πως ο στρατός μπήκε στη Νάπολη. Τρομοκρατημένες κρύβουν τους γαμπρούς σε ένα δωμάτιο - έτσι αυτοί βρίσκουν την ευκαιρία να φορέσουν τα κανονικά τους ρούχα και να επανεμφανιστούν ως Γουλιέλμος και Φεράντο που μόλις γύρισαν απ' το μέτωπο.

Δήθεν κατά λάθος, ο Αλφόνσο πετά μπροστά τους το πιστοποιητικό του γάμου. Αυτοί υποκρίνονται τους εξοργισμένους και φεύγουν, για να ξαναγυρίσουν φορώντας τη μισή στολή τους και τη μισή αμφίεση των Αλβανών, ενώ ταυτόχρονα η Δέσποινα βγάζει κι αυτή την αμφίεση του συμβολαιογράφου. Μόνο τότε καταλαβαίνουν οι δύο κοπέλες τι έχει συμβεί και ζητούν συγχώρεση. Το έργο κλείνει με τα δύο πραγματικά ζευγάρια να τραγουδούν επανενωμένα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα