Έτος Κόσμου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως Έτος Κόσμου ή έτος κτίσης κόσμου, προσδιορίζεται το έτος που έγινε αποδεκτό ως η αφετηρία του χρονολογικού συστήματος του Βυζαντίου[1], το οποίο υιοθέτησε και διατήρησε και η Ορθόδοξη Εκκλησία από το 691 μ.Χ. μέχρι το 1728. Ονομάζεται και "χρονολογικό σύστημα Κωνσταντινουπόλεως" σε αντιδιαστολή με το "Αλεξανδρινό σύστημα" του 412 μ.Χ.[2].

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γνωρίζουμε ότι "με την εξάπλωση του Χριστιανισμού διαδόθηκε η χρονολόγηση 'από κτίσεως κόσμου' (anno mundi)"[3] και το Βυζάντιο αντίθετα από τη Δύση, υιοθέτησε το ημερολόγιο της χρονολογίας αυτής[4]. Επρόκειτο για "μια συμβατική χρονολογία"[5] αλλά όχι ίδια "παρά πάσι τοις χρονολόγοις και θεολόγοις, αλλά ποικίλη και παντοδαπή"[6], καθώς "οι μελετητές της Παλαιάς Διαθήκης προσπάθησαν να υπολογίσουν αυτή την 'αρχή του κόσμου' προτείνοντας διάφορες χρονολογίες, όπως το 5508 π.Χ και το 5493 π.Χ."[7].

Ήταν διαπιστωμένο ότι "περί την χρονολογίαν...η εβραϊκή Γραφή διαφωνεί προς την ερμηνείαν των Ο'...προς δε ταύτας πάλιν εκατέρας τας Γραφάς διαφωνεί και το αρχαίον Σαμαρειτανόν, ιδίαν έχον χρονολογίαν."[8]. Έτσι, με βάση υπολογισμού την Παλαιά Διαθήκη που η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδεχόταν, δηλ. τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η χρονολογία δημιουργίας του κόσμου που προσδιοριζόταν με την κατά γράμμα ερμηνεία των γενεαλογιών της Γενέσεως[9] τοποθετήθηκε στο 5.509/5.508 π.Χ.[10]. Έτσι, η "διαφόρως μεν κατ' αρχάς υπό των χριστιανών χρονολόγων οριζομένη" χρονολογία[11] μετά την εμφάνισή της στον γ' κανόνα της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου που κανονίζει τα περί γάμου των κληρικών, έγινε ευρύτερα αποδεκτή και το γεγονός αυτό, έμμεσα επικύρωνε και την αξία της "Μεταφράσεως των Ο'" η οποία τελικά "εξήλεγξε της εβραϊκής χρονολογίας τας ατοπίας"[12]. Εν τούτοις, η αλεξανδρινή χρονολόγηση που τοποθετούσε την κτίση του κόσμου το 5.492/3 δεν σταμάτησε να χρησιμοποιείται στο Βυζάντιο ακόμη και από μοναχούς, όπως βλέπουμε σε ιστορικά και λογοτεχνικά έργα του 8ου και 9ου αιώνα[13].

Η Θεολογική-Δογματική αξία της Χρονολόγησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, "αι επτά...Οικουμενικαί Σύνοδοι" είναι "θεόπνευστοι"[14], αλλά θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι "η θεοπνευστία...επεκτείνεται...κατ' εξοχήν δε επί των δογματικών και ηθικών αληθειών" και δεν ζητάμε από αυτήν "λύσιν επιστημονικών προβλημάτων, αστρονομικών, γεωλογικών..."[15]. Δηλαδή "η θεοπνευστία" αφορά "τις θείες...αιώνιες αλήθειες...και όχι...στα μέσα με τα οποία αυτές εκφράζονται ή στις αντιλήψεις της εποχής για τη δομή του σύμπαντος"[16] που αποτελούν θέματα "στερουμένων δογματικής σημασίας"[17]. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία "μόνον τους οικουμενικούς...δογματικούς όρους χρησιμοποιεί ως κυρίαν και πρωτεύουσαν πηγήν της δογματικής διδασκαλίας της"[18].

Πράγματι, ο προσδιορισμός του χρόνου κτίσεως του κόσμου με βάση την κατά γράμμα ερμηνεία των γενεαλογιών της Γενέσεως που τοποθετήθηκε στο 5.508 π.Χ., έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες απόψεις των φυσικών επιστημών[19]. Επ' αυτού, γίνεται αποδεκτό ότι Παλαιά Διαθήκη μη παρουσιάζουσα τα γεγονότα συστηματικώς, παρέχει χρονολογίας όχι πάντοτε ασφαλείς" και "είναι πρόδηλον ότι ουδείς των αριθμών τούτων εξαρκεί προς κάλυψιν του χρόνου, τον οποίον η προϊστορία και η παλαιοντολογία απαιτούν" ο οποίος "δύναται να καθορισθή μόνον από τα αποτελέσματα των θύραθεν επιστημών"[20]. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο "διά την ορθόδοξον θεολογίαν δεν έχει ιδιαιτέραν σημασίαν π.χ. η ακριβής ώρα, η ημέρα, η ημερομηνία των κορυφαίων...γεγονότων της θείας Οικονομίας, αλλά τα γεγονότα αυτά καθ' εαυτά."[21] αφού και "η Γραφή, μη αποτελούσα φυσιογνωστικόν βιβλίον, μηδέ προτιθέμενη να διδάξη επιστήμην, εκτίθησι τα πράγματα εν μορφή και γλώσση συμφώνω προς τας ιδέας και την αντίληψιν των ανθρώπων, καθ' ους έγράφη, εις εν και μόνον αποβλέπουσα, να αποδώση την γένεσιν του κόσμου τω θεώ."[22]. Έτσι, "το λογικό δεν πρέπει να σκανδαλίζεται, αν σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε σύγκρουση φιλοσοφικής και θεολογικής αλήθειας, όταν λόγου χάρη ένας επιστήμονας υποστηρίξει ότι ο κόσμος δεν έγινε σε έξι μέρες" αφού "η διήγηση της Γένεσης σ' αυτό και σε τόσα άλλα σημεία είναι παραβολική"[23] όπως φαίνεται από την "ερμηνεία [που] δίνει η Εκκλησία στο κείμενο της 'Εξαημέρου' από την εποχή του Μ. Βασιλείου", ότι δηλ. "κάθε κοσμογονική 'ημερα' της ΑΓ δεν είναι 24ωρη, αλλά μεγάλη χρονική περίοδος"[24].

Η Εκκλησία, πάνω απ' όλα, βλέπει στην ΠΔ "την αφετηρία της θείας οικονομίας και της ιστορίας της σωτηρίας" και δεν την ενδιαφέρει να βρει λύσεις στην Παλαιοδιαθηκική δημιουργία "για να ικανοποιήσει την ανθρώπινη περιέργεια λύνοντας το πρόβλημα της αρχής του κόσμου"[25]. Στα κείμενα αυτά "δεν έχουμε κάποια επιστημονική διερεύνηση, έστω με τα δεδομένα της εποχής εκείνης, αλλά θεολογική καθαρά προσέγγιση..."[26]. Είναι ενδεικτικό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία "ιδιαίτερα στην εικονογραφία και την υμνολογία της, προτιμά να βλέπει τον Μωυσή, τον ιερό συγγραφέα του βιβλίου της Γένεσης, περισσότερο ως προφήτη, ως αρχιερέα και ποιμένα, παρά ως ιστορικό συγγραφέα, με τη σημερινή κοσμική έννοια, ή ως θεωρητικό διερευνητή του προβλήματος της δημιουργίας"[27].

Κατά συνέπεια, η χρονολόγηση με βάση το έτος 5.508 π.Χ. αποτελούσε "το χρονολογικόν σύστημα της εποχής εκείνης"[28] ο υπολογισμός του οποίου με βάση το έτος "'από κτίσεως κόσμου'" αντικαταστάθηκε σταδιακά από την "μετά Χριστόν χρονολογίαν" η οποία χρησιμοποιείται αρχικά "υπό του πατριάρχου Θεοφάνους Α' κατά Φεβρ. 1597, κατόπιν υπό Κυρίλλου του Λουκάρεως το 1626, καθιερούται δε επισήμως υπό της Εκκλησίας το 1728"[29].

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η θεολογία "μπορεί να μη ενοχλείται από καμιά άλλη επιστημονική γνώση ή υπόθεση (όπως είναι η θεωρία της εξελίξεως)"[30] αφού "ο θαυμασμός μας, λέγει ο Μ. Βασίλειος[31], για το μεγαλείο της δημιουργίας δεν μειώνεται διόλου, αν μάθουμε με την έρευνα τον τρόπο με τον οποίο έγιναν όλα τα θαυμαστά έργα"[32]. Έτσι, "η μωσαϊκή κοσμογονία οιαδήποτε και αν πρόκειται να είναι τα απροσδόκητα φαινόμενα του μέλλοντος των θετικών επιστημών" θα παραμείνη στην Εκκλησία όχι ως επιστημονική γνώση αλλά ως "η κλεις της ερμηνείας και κατανοήσεως της αρχής του κόσμου και του ανθρώπου"[33].

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Κτίσις κόσμου", Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 36, εκδ. Δίας, Αθήνα 2004
  2. "Βυζάντιο" > "Χρονολογικό σύστημα", Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 15
  3. "Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις απαρχές μέχρι σήμερα", τόμ. Α', Πάπυρος, Αθήνα 1997, σελ. 122.
  4. Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελένη, Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Ψυχογιός, Αθήνα 1988, σελ. 92.
  5. "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" (ΙΕΕ), τόμ. Β', Αρχαϊκός ελληνισμός 1100-479 π.Χ., Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1971, σελ. 11
  6. Μελέτιος (μητροπ. Αθηνών), Εκκλησιαστική Ιστορία, εν Κωνσταντινουπόλει 1853, σελ. 72
  7. "Ελλάς...", Πάπυρος, ό.π.
  8. Κωνσταντίνος Οικονόμος του εξ Οικονόμων, Περί των Ο' Ερμηνευτών της Παλαιάς θείας Γραφής, τόμ. 3ος, Αθήνησιν 1846, σελ. 703
  9. Χριστινάκη Ελένη, Θέματα Βιβλικής Ιστορίας, εκδ. Συμμετρία, 2η έκδ., Αθήνα 1999, σελ. 10
  10. Ο επίσημος ιστότοπος του ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων αναφέρει ως έτος "Δηµιουργίας το? Κόσµου" το 5508 π.Χ. (Γενικαί Χρονολογίαι)
  11. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 118
  12. πρβλ. Κωνσταντίνος Οικονόμος, στο ίδιο, σελ. 835
  13. Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου Αγνή, Η Βυζαντινή Ιστοριογραφία (324-1204)-Σύντομη Επισκόπηση, Αθήνα 1982, σελ. 48.49.
  14. Παπαδόπουλος Χρυσόστομος, 'Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος', εν Αθήναις 1920, σελ. 288
  15. Ξεξάκης Γ. Νικόλαος, Προλεγόμενα εις την Ορθόδοξον Δογματικήν, Αθήνα 2000, σελ. 99
  16. Κωνσταντίνου Μιλτιάδης, 'Η Παλαιά Διαθήκη Μυθολογία των Εβραίων ή Βίβλος της Εκκλησίας;', Αποστολική Διακονία, σελ. 8-9.
  17. Ανδρούτσος Χρήστος, 'Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας', Αστήρ, Αθήνα 1956 (c1907), σελ. 111.
  18. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 09, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966, στ. 693.
  19. Χριστινάκη, Θέματα..., ό.π.
  20. "Χρονολογία, βιβλική", ΘΗΕ, τόμ. 12, 1966, στ. 371.373.
  21. Ξεξάκης, Προλεγόμενα..., σελ. 93.
  22. Ανδρούτσος, Δογματική..., ό.π.
  23. Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Α' (Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία), 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 175-176.
  24. Στύλιος Κ. Ευθύμιος Επίσκοπος, 'Μικρό Χριστιανικό Λεξικό' (Α' ανατύπωση της 2ης έκδ.), Αποστολική Διακονία, 1998, σελ. 117.
  25. Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας (μτφρ. από τα Γαλλικά με εποπτεία Σάββα Αγουρίδη, Σταύρου Βαρτανιάν), Άρτος Ζωής, Αθήνα 1980, στ. 245.
  26. Πατρώνος Π. Γεώργιος, Θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα, Δόμος, Αθήνα 1994, σελ. 65.
  27. Πατρώνος, ό.π.
  28. Φούντας Ιερεμίας (Αρχιμ.), Η περί Προϋπάρξεως του Ιησού Χριστού Διδασκαλία της Αγίας Γραφής κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον, Αθήνα 2002, σελ. 306.
  29. ΘHE, τόμ. 09, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966, στ. 778.
  30. Σχόλιο του μεταφραστή, δογματολόγου Ν. Ματσούκα στο Δαμασκηνός Ιωάννης, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 467-468.
  31. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, PG 29, 25Α: "Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις, επειδάν ο τρόπος καθ' ον γίνεται τι των παραδόξων εξευρεθή".
  32. Ματσούκας, Δογματική... Α', σελ. 143.
  33. ΘHE, τόμ. 04, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1964, στ. 1087-1088.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]