Έρικ Γκούναρ Ασπλούντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Έρικ Γκούναρ Ασπλούντ γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1885 και πέθανε 20 Οκτωβρίου του 1940, στη Στοκχόλμη. Ήταν ένας διεθνώς αναγνωρισμένος Σουηδός αρχιτέκτονας και καθηγητής. Η παρουσία του παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της σκανδιναβικής αρχιτεκτονικής στο Μεσοπόλεμο και η δουλειά του έχει επηρεάσει αρχιτέκτονες και σχεδιαστές όπως τους Alvar Aalto, Erik Bryggman, Arne Jacobsen, Jorn Utzon.

Αυτό που είχε κοινό με άλλους αρχιτέκτονες της γενιάς του στη Σκανδιναβία είναι ότι ξεκίνησαν με κλασσική εκπαίδευση και σχεδίαζαν αρχικά σ’ ένα Σκανδιναβικό νεοκλασικό στυλ πριν μεταβούν στο Μοντέρνο. Τα έργα της περιόδου 1911-1930 χαρακτηρίζονται νεοκλασικά, ο λεγόμενος Μοντέρνος Κλασικισμός ( Nordic Classicism / Swedish Grace). Ήταν ένα καινούριο κίνημα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που δείχνει πώς η παράδοση και το μοντέρνο μπορούν να συνδυαστούν για να δημιουργήσουν τέχνη, αρχιτεκτονική και design μεγάλης ομορφιάς και επιβλητικότητας και συνακόλουθα επηρέασε την Ευρώπη και τις Η.Π.Α. Το 1930 είναι η χρονιά της έκθεσης της Στοκχόλμης , η χρονιά της μετάβασης του Asplund από μια ελεύθερη προσωπική και επιλεκτική έκφραση στο Μοντέρνο κίνημα, και πάλι προσωπικά ερμηνευμένο.


Χαρακτήρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαρακτήρας του, αν και ισορροπημένος και αρμονικός, είχε πολλά φαινομενικά αντικρουόμενα στοιχεία. Υπήρχε ένα στοιχείο απαλότητας, ένα αίσθημα ρομαντισμού και προσοχή στη λεπτομέρεια. Ένα άλλο στοιχείο ήταν η τόλμη και η παιδική παρόρμηση. Ένα τρίτο ήταν μια λαχτάρα για αλήθεια, σαφήνεια, απόλυτη αυθεντικότητα, αυτοκριτική . Το τρίτο έδειχνε μια αδιάκοπη αναζήτηση, μαχητικότητα και αυτοπροβολή. Τα δύο πρώτα στοιχεία ήταν κυρίαρχα στην πρώιμη δουλειά του ενώ τα δύο τελευταία ξεχωρίζουν όσο η δουλειά γίνεται πιο έντονη και σκληρότερη. Και τα τέσσερα ωστόσο υπήρχαν εξαρχής σε μια αδιαίρετη ενότητα. Δεν ήταν άνθρωπος του προγράμματος, ούτε πρωτοπόρος, τουλάχιστον αρχικά. Είχε όμως την ικανότητα να δίνει ζωή και πνεύμα στη δουλειά του και μια ασυνήθιστη γοητεία τόσο προσωπική σε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του. Ήταν ρομαντικός, όχι χλωμά και αδύναμα, αλλά φρέσκα και ζωντανά.

Εκπαίδευση-Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γονείς του ήταν ο Frans Otto Asplund και η σύζυγός του, Louise Pettersson. Από μικρός ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και το σκίτσο και έβλεπε ίσως τον εαυτό του μελλοντικά ζωγράφο. Το 1904 εγγράφηκε στη Norra Latin στη Στοκχόλμη, την υψηλότερη γενική δευτεροβάθμια εκπαίδευση για τα αγόρια, και το 1909 πήρε πτυχίο αρχιτεκτονικής από την Τεχνική Σχολή (ΚΤΗ, Kungliga Tekniska högskolan ( Royal Institute of Technology ). Από το πανεπιστήμιο ακόμα συμμετείχε σε διαγωνισμούς, χωρίς να έχει διακρι8εί κάπου. Εκείνη την εποχή περιλαμβάνεται επίσης στην εκπαίδευση του αρχιτέκτονα μια εκπαίδευση στην Ακαδημία Καλών Τεχνών (Konstakademien), αλλά ο Asplund (όπως και πολλοί άλλοι νέοι αρχιτέκτονες) θεωρούσαν ότι η διδασκαλία στην Ακαδημία είναι παρωχημένη. Σε διαμαρτυρία ενάντια στη συντηρητικότητα, ξεκίνησαν μια εναλλακτική ιδιωτική σχολή, που έγινε γνωστή ως σχολή Klara (Κlara skola). Ηταν μια ελεύθερη ακαδημία με επικεφαλής τον Ragnar Östberg, Ivar Tengbom, Carl Westman και Carl Bergsten (με τους τρεις πρώτους ο αρχιτέκτονας συνεργάστηκε μελλοντικά). Το σχολείο είχε ιδιωτική χρηματοδότηση και λειτούργησε μόνο ένα ακαδημαϊκό χρόνο γύρω στο 1910. Ωστόσο ήταν τεράστιας σημασίας για τα μεγάλα ταλέντα που ήταν ανάμεσα στους φοιτητές. Στους συμφοιτητές του Asplund περιλαμβάνονται οι Osvald Almqvist και Sigurd Lewerentz. Μετά τη Σχολή Κλάρα, η αρχιτεκτονική εκπαίδευση του Gunnar ολοκληρώθηκε με ένα ταξίδι στην Ιταλία, μέσω Γαλλίας, όπου πέρασε το χειμώνα του 1913 και την άνοιξη του 1914. Θα μπορούσε να χει πάρει υποτροφία για ένα τέτοιο ταξίδι (Grand Study Tour), αλλά αφού γύρισε την πλάτη του στην Ακαδημία, το πραγματοποίησε με έσοδα από την προσωπική του εργασία. Το ενδιαφέρον του εστίασε τόσο στην ανώνυμη αρχιτεκτονική (architettura minore), όσο και στην ένταξη στο τοπίο και στις κιονοστοιχίες. Έκανε κι άλλα ταξίδια σε Ελλάδα και Δανία. Γύρισε στη Σουηδία, ξέσπασε ο ευρωπαϊκός πόλεμος, τα σύνορα έκλεισαν και για κάποια χρόνια η Σουηδία εισήλθε σε μακροχρόνια απομόνωση, διατηρώντας επαφές κυρίως με αρχιτέκτονες της Σκανδιναβίας.

Κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Asplund συμμετείχε με επιτυχία σε πολλούς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Δεν διακρίθηκε κάπου, αλλά κέρδισε εμπειρία. Έκανε κι άλλα ταξίδια στη Σουηδία και μελέτησε τα παλιά κτίρια. Ήταν εκδότης του περιοδικού “Arkitektur”(1917-1920). Γρήγορα αναδύθηκε σε ηγετική μορφή της γενιάς του. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σκανδιναβικού κλασικισμού (Nordic Classicism/Swedish Grace) της δεκαετίας του 1920 με τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης (1928), και ένας από τους πρωτοπόρους του φονξιοναλισμού, τον οποίο εισήγαγε στη Σουηδία στην Έκθεση της Στοκχόλμης το 1930, όπου ήταν ο κύριος αρχιτέκτονας. Τη δεκαετία του ’30 ήταν ένθερμος υποστηρικτής του συνδυασμού του μοντέρνου με τη συνέχιση της αρχιτεκτονικής παράδοσης. Το 1931 έγινε καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στο Βασιλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Στοκχόλμης(ΚΤΗ). Ο διορισμός του σημαδεύτηκε από μια διάλεξη, που αργότερα εκδόθηκε με τον τίτλο «Our architectonic concept of space». Την ίδια χρονιά συνυπέγραψε το ριζοσπαστικό μανιφέστο «acceptera». Αργότερα παραιτήθηκε από καθηγητής και εκδότης γιατί πίστευε πως η θέση του ήταν πίσω από το σχεδιαστήριο. Ήταν μέλος της κεντρικής επιτροπής της Arts & Crafts society από 1924.O Gunnar Asplund έχει σχεδιάσει περισσότερα από 70 κτίρια, από αυτά χτίστηκαν περίπου τα 40, τα υπόλοιπα έμειναν στο χαρτί. Ήθελε να σχεδιάζει τα κτίρια του μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Ήταν επίσης ένας εξειδικευμένος σχεδιαστής επίπλων και φωτιστικών. Η λεγόμενη "λάμπα Asplund" που σχεδίασε το 1922 για to Skandia Cinema, η λυχνία εξακολουθεί να παράγεται και σήμερα. Ο Asplund παντρεύτηκε πρώτη φορά, 4, Αυγούστου 1918 την Elizabeth Sellman και απέκτησε τρία παιδιά, Kerstin (1920), Hans (1921) και Ingemar (1924) και δεύτερη φορά το 1934 με την Ingrid Kling και απέκτησε ένα γιο, το John (1936). Πέθανε μόλις 55 ετών, εν μέσω έντονης εργασίας.

Σημαντικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα σημαντικότερα έργα του περιλαμβάνονται η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, η διεθνής έκθεση της Στοκχόλμης και το Νεκροταφείο του δάσους στο Sandsborg .


H Δημόσια Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης (1918-1928) έθεσε προηγούμενο στο σκανδιναβικό κλασικισμό. Ο αρχιτέκτονας πραγματοποίησε ταξίδι στις Η.Π.Α. για να μελετήσει δημόσιες βιβλιοθήκες. Η κεντρική ιδέα πίσω από τη σύνθεση είναι να οδηγήσει κανείς αυτούς που ψάχνουν τη γνώση στον κόσμο των βιβλίων, να διεγείρει το ενδιαφέρον τους, να τους παρέχει επιλογές και ανέσεις, ενώ παράλληλα, διακριτικά να παρακολουθεί την πορεία τους. Έτσι δικαιολόγησε τη μορφή του τεράστιου κυκλικού δωματίου, του αναγνωστηρίου, ως μια ανάλυση της λειτουργίας του. Η βασική γεωμετρική αρχή είναι ένας κύλινδρος που εισχωρεί σε ένα τετράγωνο. Μια βιβλιοθήκη με ανοιχτά ράφια και τα βιβλία ελεύθερα προσιτά στους αναγνώστες ήταν καινοτομία στη Σουηδία. Η σκάλα, κύριο κομμάτι της σύνθεσης, με μια θριαμβευτική είσοδο διαπερνά το ένα κέλυφος του κτιρίου μετά το άλλο μέχρι το κέντρο της βιβλιοθήκης. Ο επισκέπτης βρίσκεται από χαμηλά στο κέντρο ενός κύκλου. Το κτίριο είναι κοντά στα αρχικό σχέδιο του αρχιτέκτονα του 1922 αλλά όσο προχωρούσε η μελέτη των σχεδίων γινόταν πιο αφαιρετικό και απλοποιημένο. Μαγαζιά λειτούργησαν στο ισόγειο της βιβλιοθήκης και προστέθηκε μια ακόμη πτέρυγα με βιβλία στη Δύση που μαρτυρούν τη μετάβαση απ’ τον κλασικισμό στο φονξιοναλισμό.

Η Διεθνής ¨Έκθεση Στοκχόλμης το 1930 ήταν ένα επίτευγμα, να γνωρίσει δηλαδή το ευρύ κοινό της Σουηδίας το φονξιοναλισμό για πρώτη φορά. Η Έκθεση είχε μεγάλη συμμετοχή, στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία αλλά δέχθηκε και σκληρές κριτικές για έλλειψη «σουηδικότητας» κ.α.. Ο υπεύθυνος αρχιτέκτων Gunnar Asplund και οι συνεργάτες του ένωσαν αρμονικά εκθέματα , εστιατόρια, περίπτερα και πάγκους με δέντρα και βλάστηση. Οι δραστηριότητες επεκτάθηκαν και στο νερό πάνω σε βάρκες, πλατφόρμες, σιντριβάνια και πυροτεχνήματα. Από τα πιο κομψά κτίρια ήταν το εστιατόριο Paradiset του Gunnar Asplund. Υπήρχε επίσης και έκθεση κατοικίας. Τα αντικείμενα που προβάλλονταν είχαν την κεντρική θέση, που ήταν δική τους δικαιωματικά, έχουν όμως ξεχαστεί, ή μάλλον ποτέ δεν τους δόθηκε ιδιαίτερη σημασία. Οι αίθουσες της έκθεσης δεν τήρησαν την ταπεινή τους αποστολή ως μηχανήματα επίδειξης εκθεμάτων, αλλά η αρχιτεκτονική της έκθεσης έγινε ένα μέσο από μόνη της και αυτό ήταν το ριζοσπαστικό στοιχείο στην έκθεση της Στοκχόλμης. Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την έκθεση η αρχιτεκτονική της ήταν θέμα μεγάλης αντιπαράθεσης. Αν επρόκειτο για μια «λειτουργική» έκθεση ,με την έννοια ότι τα εκθέματα ήταν η λειτουργία, ο πυρήνας, και η αρχιτεκτονική ένα κέλυφος που θα πετιόταν, τότε ο στόχος χάθηκε. Η έκθεση δεν ήταν τόσο λειτουργική, ήταν φονξιοναλιστική.

Για την επέκταση του νεκροταφείου στο Sandsborg (Skogskyrkogarden/Woodland cemetery,Νεκροταφείο του δάσους) (1925-1940) ο Gunnar Asplund συνεργάστηκε με το φίλο του Sigurd Lewerentz και η πρότασή τους κέρδισε στο διεθνή διαγωνισμό του 1914. Το νεκροταφείο συγκαταλέγεται στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Οι δύο αρχιτέκτονες δούλεψαν μαζί για το γενικό σχέδιο και σχεδίασαν εναλλάξ μικρά παρεκκλήσια. Η ενσωμάτωση στο φυσικό περιβάλλον είναι τόσο αρμονική, αντικείμενο μελέτης των αρχιτεκτόνων. Το έδαφος ομαλοποιήθηκε ώστε να δημιουργηθούν ομαλές κοιλάδες. Ωστόσο η επιτροπή εν τέλει ανέθεσε στον Gunnar μόνο να ολοκληρώσει τη σύνθεση με το κρεματόριο και το μεγάλο παρεκκλήσι του Τίμιου Σταυρού, όπου οι δυο τους είχαν δουλέψει μαζί. Το παρεκκλήσι Woodland του Asplund είναι σαν ένα μικρό αγροτόσπιτο στο δάσος. Ο σηκός του ναού είναι ψηλός με τύμπανα και κίονες, ενώ μπροστά ο προθάλαμος είναι χαμηλός. Η εκτενής χρήση κιόνων, αν και είναι καθαρά μοντέρνα στοιχεία, μεταδίδει ένα αίσθημα κλασσικής αξιοπρέπειας και ηρεμίας. Το παρεκκλήσι δεν είναι συνδεδεμένο με το χαρακτήρα της πίστης , ούτε με κάποια θρησκεία. Δε χρειάζεται κήρυγμα την ώρα του αποχαιρετισμού, αλλά ηρεμία και συμφιλίωση.

Άλλα σημαντικά έργα: σχολείο στο Karlshamn (1912-18), η επέκταση του Δημαρχείου στο Γκέτεμποργκ (1913-1937), το δικαστήριο Lister District, έκθεση στο Malmo, σχολή Karl Johan (1915-1924), εργατικές κατοικίες στη Στοκχόλμη 1917, βίλα Snellman (1917-1918), εκθεσιακά περίπτερα στην έκθεση της Στοκχόλμης το 1930, σχέδιο για κουζίνα κατοικίας στην έκθεση κατοικίας στη Στοκχόλμη του 1917, Skandia Cinema, πολυκατάστημα στο Bredenberg, το κρατικό βακτηριολογικό εργαστήρι, σπίτι διακοπών του ίδιου του αρχιτέκτονα στο Sorunda, νότια της Στοκχόλμης, το 1936.


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Stuart Wrede, “The architecture of Erik Gunnar Asplund”, Budapest 1974
  • Dan Cruickshank, “Erik Gunnar Asplund”, London 1955