Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα
Συγγραφέας Λουίτζι Πιραντέλο
Παγκόσμια Πρεμιέρα Ρώμη, 9 Μαΐου 1921
Ρόλοι Πατέρας, Μητέρα, Γιος, Κόρη, Αγόρι, Κοριτσάκι, Μαντάμ Πάτσε, Θιασάρχης, Πρωταγωνιστής, Πρωταγωνίστρια, Δεύτερη γυναίκα, Νέα ηθοποιός, Νέος ηθοποιός, Ο ηθοποιός με την εφημερίδα, Ηθοποιός, Μία Γυναίκα, Κωμικός, Υποβολέας, Φροντιστής, Πρώτος Μηχανικός, Κλητήρας, Διευθυντής σκηνής

Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα (ιταλικός τίτλος: Sei personaggi in cerca d'autore) είναι το διασημότερο θεατρικό έργο του Ιταλού συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλλο. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1921 και πήρε την οριστική του μορφή το 1925.

Πρεμιέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο πρωτοανέβηκε στη σκηνή το 1921 από την Compagnia Di Dario Niccomedi στο θέατρο Valle της Ρώμης με ανάμεικτη υποδοχή. Το κοινό χωρίστηκε σε υποστηρικτές και αντιπάλους του έργου, με τους δεύτερους να φωνάζουν: "Τρελοκομείο! Τρελοκομείο!" Ο συγγραφέας, που ήταν παρών στην παράσταση με την κόρη του Λιέτα, αναγκάστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ να φυγαδευτεί από το θέατρο μέσω μιας βοηθητικής εξόδου, προκειμένου να αποφύγει το πλήθος των αγανακτισμένων αντιθέτων. Το ίδιο δράμα, εντούτοις, σημείωσε μεγάλη επιτυχία όταν παρουσιάστηκε στο Μιλάνο.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, οι θεατές παρακολουθούν τις πρόβες ενός θιάσου όταν ξαφνικά εισβάλλουν στο θέατρο έξι χαρακτήρες οι οποίοι ζητούν από τον σκηνοθέτη να αναλάβει να γράψει την ιστορία τους και να την ανεβάσει. Οι χαρακτήρες ζητούν επίμονα να τους δοθεί ζωή, να τους επιτραπεί να αφηγηθούν την ιστορία τους. Για το σκοπό αυτό ο καθένας τους παρουσιάζει την ιστορία, ειδωμένη όμως από τη δική του οπτική γωνία. Ο Πιραντέλο περιγράφει πώς συνέλαβε την ιδέα του έργου στην εισαγωγή της έντυπης έκδοσής του: μια άκαρπη προσπάθεια για ένα έργο που σταμάτησε να γράφει όταν συνειδητοποίησε ότι έχει στενοχωρήσει ήδη τους αναγνώστες του με εκατοντάδες και εκατοντάδες ιστορίες. "Γιατί να τους στενοχωρήσω τώρα με τη διήγηση των θλιβερών εμπλοκών αυτών των έξι δυστυχισμένων;" Οι χαρακτήρες, εντούτοις, ήδη υπάρχοντες στο μυαλό του, λέει ο ίδιος: "ήταν πλάσματα του πνεύματός μου, αυτοί οι έξι ζούσαν ήδη μια ζωή που ήταν δική τους κι όχι δική μου πια, μια ζωή που δεν ήταν στη δύναμή μου να τους αρνηθώ πλέον."

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πατέρας - Είναι παντρεμένος αρχικά με Τη Μητέρα και επιμένει να στείλουν το γιο μακριά για να ζήσει στη εξοχή. Ύστερα, είπε Στη Μητέρα να παντρευτεί ένα άλλο άτομο που αισθάνθηκε ότι αγάπησε περισσότερο. Αργότερα, δημιουργεί σχεδόν σχέση με την προγονή του (Την Κόρη) έως ότου παρεμβαίνει Η Μητέρα. Όταν μαθαίνει ότι ο δεύτερος σύζυγος Της Μητέρας πέθανε, φέρνει αυτή, Το Γιο, Την Κόρη, Το Κορίτσι, και Το Αγόρι πίσω για να ζήσουν μαζί του.

Η Μητέρα - Αρχικά παντρεμένη με Τον Πατέρα, ερωτεύεται έναν από τους υπαλλήλους του και φεύγει με αυτόν με εντολή Του Πατέρα. Έχει τρία παιδιά, Το αγόρι, Το Κορίτσι, και Την Κόρη με το δεύτερο σύζυγο και έχει Το Γιο με Τον Πατέρα.

Ο Γιος - Ο γιος Του Πατέρα και Της Μητέρας. Για να τον κάνει πιο δυνατό, Ο Πατέρας τον στέλνει μακριά στην εξοχή για να ζήσει με μια παραμάνα όταν είναι μωρό. Επομένως, μεγάλωσε χωρίς να γνωρίζει τους γονείς του και τους αντιπαθεί. Αντιπαθεί επίσης την θετή οικογένειά του, μην θεωρώντας τους μέρος της οικογένειας.

Η Κόρη - η εύψυχη κόρη Της Μητέρας και του δεύτερου συζύγου της. Απασχολείται από την Μαντάμ Πάτσε και ύστερα από "δύο μήνες ορφανή", δημιουργεί σχεδόν ένα δεσμό με Τον Πατέρα. Αναφέρεται ότι το σκάει από το σπίτι αργότερα στην ιστορία. Σύμφωνα με την ίδια, πήγαινε στο συγγραφέα της ιστορίας συνεχώς, προσπαθώντας να τον κάνει να τελειώσει την ιστορία.

Το Αγόρι - το μεσαίο παιδί και μόνος γιος Της Μητέρας από το δεύτερο σύζυγό της. Αντιπαθείται από Την Κόρη, η οποία νομίζει ότι είναι ηλίθιος. Δεν μιλά ποτέ κατά τη διάρκεια του έργου. Στο τέλος του παιχνιδιού, αυτοκτονεί πυροβολώντας το κεφάλι του με ένα περίστροφο.

Το Κορίτσι- η νεώτερη κόρη Της Μητέρας και του δεύτερου συζύγου της. Είναι η συμπάθεια Της Κότης. Αναφέρεται μια φορά ότι ονομάζεται Ροζέτα. Δεν μιλά ποτέ κατά τη διάρκεια του έργου. Στο τέλος του έργου, πνίγεται σε μια λιμνούλα μέσα στην οποία έπαιζε, αν και Ο Γιος προσπαθεί να την τραβήξει έξω.

Η Μαντάμ Πάτσε - εργοδότρια της μητέρας και (πιό πρόσφατα) Της Κόρης. Διευθύνει ένα κατάστημα - οίκο ανοχής. Εμφανίζεται μόνο για ένα μικρό διάστημα στο έργο, όταν Η Κόρη και Ο Πατέρας εκτελούν μαζί τη σκηνή τους στο κατάστημα. Μιλά με ένα ιταλο-ισπανικό ύφος.

Ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο αφιερώνει πολύ χρόνο στο να εκθέσει τους περιορισμούς του θεάτρου ως μέσο αφήγησης. Έτσι το έργο μπορεί να θεωρηθεί απλά ως μια άσκηση στην πολυεξερευνημένη σήμερα σφαίρα του μεταθεάτρου. Όμως ερευνά μεγαλύτερα ερωτήματα που προσδιορίζουν την ύπαρξη και υποδηλώνει ευθύνες σύμφυτες με τη δημιουργικότητα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]