Έλεν Κλαρκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έλεν Κλαρκ
Helen Clark 2.jpg
Πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας
Περίοδος
5 Δεκεμβρίου 1999 – 19 Νοεμβρίου 2008
Προκάτοχος Τζέννυ Σίπλεϋ
Διάδοχος Τζον Κέι
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 26 Φεβρουαρίου 1950
Νέα Ζηλανδία
Εθνικότητα Flag of New Zealand.svg Νεοζηλανδή
Υπηκοότητα Flag of New Zealand.svg Νεοζηλανδή
Πολιτικό Κόμμα Εργατικό Κόμμα της Νέας Ζηλανδίας
Επάγγελμα Πολιτικός

Η Έλεν Ελίζαμπεθ Κλαρκ (Helen Elizabeth Clark) (γεν. 26 Φεβρουαρίου 1950) είναι πολιτικός της Νέας Ζηλανδίας. Διετέλεσε πρωθυπουργός από το Δεκέμβριο του 1999 ως το 2008. Κατά τη θητεία της Έλεν Κλαρκ ως πρωθυπουργού η Νέα Ζηλανδία γνώρισε οικονομική ανάπτυξη. Κατά τις εκλογές του 2005 η Νέα Ζηλανδία είχε την μικρότερη ανεργία από όλα τα βιομηχανικά κράτη.

Νεανική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Έλεν Κλαρκ ήταν η μεγαλύτερη από τις τέσσερεις αδερφές της στην αγροτική οικογένειά της από το Γουαϊκάτο. Η μητέρα της δούλευε ως δασκάλα δημοτικού και ο πατέρας της υπεστήριζε το Εθνικό Κόμμα στις εκλογές του 1981. Η Κλαρκ έλαβε την παιδεία της στο Δημοτικό Τε Πάχου, στο Σχολείο Epsom Girls' Grammar School στο Ώκλαντ και στο Πανεπιστήμιο του Ώκλαντ, όπου σπούδασε πολιτικές επιστήμες και αποφοίτησε με μάστερ. Σπούδασε στο εξωτερικό το 1976.

Έγινε λέκτορας Πολιτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Ώκλαντ από το 1973 μέχρι την εκλογή της στο Κοινοβούλιο το 1981. Παντρεύτηκε τον κοινωνιολόγο Πίτερ Ντέιβις, που ήταν ήδη σύντροφός της πέντε χρόνια, λίγο πριν τις εκλογές του 1981. Ο Δρ Ντέιβις είναι σήμερα καθηγητής στην ιατρική κοινωνιολογία και Επικεφαλής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ώκλαντ.

Ως έφηβη είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον του Πολέμου στο Βιετνάμ και είχε εκστρατεύσει εναντίον των ξένων στρατιωτικών βάσεων στη Νέα Ζηλανδία.

Πολιτική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμειξη με το Εργατικό Κόμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κλαρκ έχει εργαστεί δραστήρια στο Εργατικό Κόμμα της Νέας Ζηλανδίας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Υπηρέτησε ως μέλος στη διοίκηση της Νέας Ζηλανδίας του κόμματος από το 1978 ως τον Σεπτέμβριο του 1988 και ξανά από τον Απρίλιο του 1989. Έχει υπάρξει πρόεδρος του Συμβουλίου Εργατικής Νεολαίας, διοικητικό μέλος του Τοπικού Συμβουλίου του Ώκλαντ του Κόμματος, γραμματέας του Συμβουλίου Εργατικών Γυναικών και μέλος του Συμβουλίου Πολιτικής.

Εκπροσώπησε το Εργατικό Κόμμα στα συνέδρια της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και των Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γυναικών τα 1976, 1978, 1983 και 1986, σε ένα Διάσκεψη Σοσιαλιστικών Οργανώσεων Ασίας-Ειρηνικού στο Σύδνεϋ το 1981 και στη Συνάντηση Αρχηγών Κομμάτων Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Σύδνεϋ το 1991. Μετά την εκλογική της ήττα το Νοέμβριο του 2008, υπέβαλε την παραίτησή της από την αρχηγία του κόμματος.

Μέλος Κοινοβουλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά εκλεγμένη στο Κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας το 1981, εκπροσωπόντας το εκλογικό σώμα του Mt Albert στο Ώκλαντ, ήταν μία εκ των τεσσάρων γυναικών που εισήλθαν στο Κοινοβούλιο στις εκλογές αυτές. Εκείνη την εποχή ήταν μόλις η δεύτερη γυναίκα που εκλεγόταν σε εκλοκτορικό σώμα του 'Ωκλαντ και η δέκατη έβδομη γυναίκα που εκλεγόταν στο Κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας. Κατά την πρώτη της θητεία (1981-1984), έγινε μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης Θεσπισματος. Κατά τη δεύτερη θητεία της (1984-1987), προέδρευσε στις Επιτροπές Επιλογής για Εξωτερικά Θέματα και Αφοπλισμό και Έλεγχο Όπλων, που και τα δύο συνδυάστηκαν με την Άμυνα το 1985 για να σχηματίσουν μια επιτροπή.

Η Κλαρκ υπηρέτησε στα Εργατικά υπουργεία των Ντέιβιντ Λαντζ, Τζιόφρυ Πάλμερ και Μάικ Μουρ, αρχικά ως Υπουργός Κατοικιών και Διατήρησης, έπειτα ως Υπουργός Υγείας και αργότερα ως Κοινοβουλευτικός Πρωθυπουργός. Έγινε Αρχηγός της Αντιπολίτευσης κατά τις κυβερνήσεις του Εθνικού Κόμματος των Τζιμ Μπόλτζερ και Τζέννυ Σίπλεϋ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.

Πρωθυπουργός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν το Εργατικό Κόμμα της Νέας Ζηλανδίας έγινε κυβέρνηση στις εκλογές του 1999, η Κλαρκ έγινε η δεύτερη γυναίκα πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας και η πρώτη που είχε κερδίσει το αξίωμα σε εκλογές. Η προηγούμενη Πρωθυπουργός, η Τζέννυ Σίπλεϋ ανέλαβε το αξίωμα ως αποτέλεσμα αλλαγής ηγεσίας στο κόμμα εν μέσω θητείας.

Πριν τις γενικές εκλογές του 2005, η Κλαρκ ήταν ήδη Πρωθυπουργός, Υπουργός Τεχνών, Πολιτισμού και Κληρονομιάς και είχε ευθύνη για την Υπηρεσία Πληροφοριών Ασφαλείας της Νέας Ζηλανδίας και των Υπουργικών Υπηρεσιών. Οι περιοχές των ενδιαφερόντων της καλύπτουν την κοινωνική πολιτική και τις διεθνείς υποθέσεις.

Ως ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, σχημάτισε διαδοχικούς μειοψηφικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς με το Συμμαχίας (1999). Ο συνασπισμός με το Κόμμα Συμμαχίας κατέρρευσε το 2002 οδηγώντας σε πρόωρες εκλογές και συνασπισμό με το Προοδευτικό Κόμμα της Νέας Ζηλανδίας του Τζιμ Άντερτον (2002, με κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη από το Ενωμένο Μέλλον και σε "καλή πίστη" με το Πράσινο Κόμμα). Το 2005 ο συνασπισμός με το Προοδευτικό Κόμμα ανανεώθηκε, με υποστήριξη και από τα κόμματα Νέα Ζηλανδία Πρώτη και Ενωμένο Μέλλον με αντάλλαγμα να δοθούν στους ηγέτες των κομμάτων αυτών υπουργικές θέσεις εκτός του Υπουργικού Συμβουλίου. Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 8 Νοεμβρίου του 2008 το Εργατικό Κόμμα ηττήθηκε και έπειτα από 9 χρόνια αποκαθηλώθηκε από την εξουσία. Την διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Τζον Κέι.


Διεθνείς Σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νέα Ζηλανδία, υπό την ηγεσία της, έχει ακολουθήσει αυτό που αποκαλεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, αποδεικνυόμενη από την διατήρηση του ελεύθερου από πυρηνικά στάτους (με πιθανότατο κόστος μιας συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου με τις ΗΠΑ) και την άρνηση να συμμετάσχει στην εισβολή στο Ιράκ χωρίς έγκριση από τα Ηνωμένα Έθνη.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]