Άγαλμα του Ολυμπίου Διός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άγαλμα του Ολυμπίου Διός
Φανταστική απεικόνιση του Αγάλματος του Ολυμπίου Διός
Φανταστική απεικόνιση του Αγάλματος του Ολυμπίου Διός
Είδος Τέχνης χρυσελεφάντινο άγαλμα
Έτος κατασκευής γύρω στο 430 π.Χ.
Καλλιτέχνης Φειδίας
Διαστάσεις 13 μέτρα ύψος συν 1,1 μέτρα η βάση
Μουσείο Ναός του Δία στην Ολυμπία

Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία που κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα. Στην αρχαιότητα το κολοσσιαίο άγαλμα συμπεριλαμβανόταν στα Επτά Θαύματα του κόσμου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φιλοτεχνήθηκε από τον διάσημο γλύπτη της εποχής, Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και τοποθετήθηκε ως λατρευτικό άγαλμα στο Ναό του Δία στην Ολυμπία στην αρχαία Ηλεία, στα δυτικά της Πελοποννήσου, κοντά στις όχθες του ποταμού Αλφειού. Ο Λόφος ήταν τόπος λατρείας του Κρόνου, πατέρα του Δία. Η τοποθεσία είναι ιστορική, αφού από την αρχαιότητα εδώ διαδραματίστηκαν πολλές μάχες, και από το 1000 π.Χ. υπήρχε ο αρχαιότερος ναός της Ελλάδος αφιερωμένος στην Ήρα. Κοντά στον αρχαίο αυτό ναό ήταν και το στάδιο των Ολυμπιακών αγώνων. Το 470 π.Χ. χτίστηκε εδώ ο ναός του Δία. Το άγαλμα του Δία έγινε τόσο ξακουστό στην εποχή του, που πλήθος πολεμιστών το επισκέπτονταν για να το δουν. Επί αιώνες ήταν ένα από τα θεάματα που ο κάθε θνητός όφειλε να δει πριν πεθάνει. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία επισκευάστηκε από το γλύπτη Δαμοφώντα το Μεσσήνιο κατά το α΄ μισό του 2ου αι. π.Χ., επειδή παρουσίασε ρωγμές. Εκείνη την εποχή επικρατούσαν κλασικιστικές τάσεις στην Ελληνιστική Γλυπτική. Το άγαλμα πέρασε κάποιες περιπέτειες, αφού την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα το χτύπησε κεραυνός, χωρίς όμως να του κάνει σοβαρή ζημιά. Ο Καλιγούλας είχε διατάξει να το μεταφέρουν στην Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα, πράγμα που όμως δεν έγινε, επειδή το καράβι που περίμενε στο λιμάνι για να το φορτώσει χτυπήθηκε από κεραυνό και κάηκε. Κατά μία άλλη παράδοση, το άγαλμα έβγαλε έναν πολύ δυνατό κρότο, που φάνταζε σαν άκουσμα γέλιου, έτσι ώστε οι σκαλωσιές που το περιέβαλλαν κατέρρευσαν και οι εργάτες τράπηκαν σε φυγή. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.Χ. ο ναός ξέπεσε. Το 426 μ.Χ. την εποχή του Θεοδοσίου, ο ναός πυρπολήθηκε και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Θεοδόσιος το 390 μ.Χ. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, τοποθετήθηκε μέσα στο Παλάτι του Λαύσου μαζί με άλλα σπουδαία έργα τέχνης, όπου καταστράφηκε από φωτιά το 475 μ.Χ. Ο ναός λεηλατήθηκε από τους Γότθους και τα υπολείμματά του, έγιναν χριστιανικός ναός μέχρι που γκρεμίστηκε από έναν σεισμό. Αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τέσσερα μέτρα χώμα.

Τεχνικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή του έργου διήρκεσε δύο Ολυμπιακές περιόδους, δηλαδή οκτώ χρόνια. Η τεχνική του Φειδία βασιζόταν ουσιαστικά σε ξύλο. Το σώμα των αγαλμάτων του ήταν ξύλινο και το εμποτιζόταν από ένα ειδικό υγρό για να μην αποξηρανθεί. Το ξύλο ήταν ντυμένο με στρώματα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Τα μάτια ήταν από πολύτιμους λίθους. Ο μανδύας από χρυσό. Το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι του ήταν από πράσινο σμάλτο. Ο καθήμενος Δίας ξεχώριζε μέσα στον ναό επάνω σε τρία σκαλιά και σύμφωνα με εκτιμήσεις έφτανε τα 12 μέτρα σε ύψος. «Ήταν σαν να ύψωνε ο Δίας το ανάστημα του» γράφει σε μια αναφορά του ο Έλληνας γεωγράφος Στράβωνας τον 1ο αιώνα π.Χ.. Το άγαλμα ήταν περιτριγυρισμένο από τριάντα έξι ψηλές κολώνες από γρανίτη. Στο αέτωμα βρίσκονταν τεράστιες περίτεχνες αναπαραστάσεις με εικοσιένα αγάλματα, ανάμεσά τους αυτά του Οινομάου και του Πέλοπα. Ο Δίας καθόταν σε έναν θρόνο που ήταν κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και άλλες πολύτιμες πέτρες. Στο δεξί του χέρι ο Δίας κρατούσε ένα χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Νίκης, ενώ στο αριστερό του χέρι το σκήπτρο του, που ήταν κατασκευασμένο από παντός είδους μέταλλα και που έφερε στην κορυφή του έναν αετό, ο οποίος ήταν το σήμα κατατεθέν του θεού. Παντού γύρω του βρίσκονταν πλήθος από αγάλματα που παρίσταναν άλλες μεγαλοπρεπείς σκηνές. Στα πόδια του ήταν δύο σφίγγες με έφηβους άνδρες. Πιο πίσω οι τρεις Χάριτες. Οι άθλοι του Ηρακλή, η μάχη του Θησέα με τις Αμαζόνες και η οικογένεια της Νιόβης. Δύο καθιστά λιοντάρια φύλαγαν τον Δία. Στα πλαϊνά βρίσκονταν μετάλλινες πλάκες με χαραγμένες παραστάσεις της αναδυόμενης Αφροδίτης, το πολεμικό άρμα του Ήλιου, και το άρμα της Σελήνης. Η σκεπή πάνω από το άγαλμα ήταν ανοικτή για να μπαίνει άπλετο φως. Επισκέπτες όπως ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής επί των Μακεδόνων, έμεινε έκπληκτος από την μεγαλοπρέπεια του αγάλματος και από την τελειότητά του.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Edgar James Banks (1916). «The seven wonders of the ancient world» (στα Αγγλικά). New York : G.P. Putnam's Sons. http://www.archive.org/details/sevenwondersofan00bank. Ανακτήθηκε στις 26 Αυγούστου 2009. 

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 37°38′16.3″N 21°37′48″E / 37.637861°N 21.63000°E / 37.637861; 21.63000