Άγαλμα του Ολυμπίου Διός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άγαλμα του Ολυμπίου Διός
Φανταστική απεικόνιση του Αγάλματος του Ολυμπίου Διός
Φανταστική απεικόνιση του Αγάλματος του Ολυμπίου Διός
Είδος Τέχνης χρυσελεφάντινο άγαλμα
Έτος κατασκευής γύρω στο 430 π.Χ.
Καλλιτέχνης Φειδίας
Διαστάσεις 13 μέτρα ύψος συν 1,1 μέτρα η βάση
Μουσείο Ναός του Δία στην Ολυμπία

Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν μία κολοσσιαία, καθήμενη μορφή του θεού Διός, περίπου 42 πόδια (13 μέτρα) ύψος, σμιλευμένη από τον Αθηναίο γλύπτη Φειδία, περί το 435 π.Χ. και τοποθετημένη μέσα στον Ναό του Διός, στο Ιερόν της Ολυμπίας. Ήταν ένα από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία που κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα. Το κολοσσιαίο άγαλμα, συμπεριλαμβανόταν στα Επτά Θαύματα του κόσμου, μέχρι την τελική απώλεια και καταστροφή του κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φιλοτεχνήθηκε από τον διάσημο γλύπτη της εποχής, Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και τοποθετήθηκε ως λατρευτικό άγαλμα στο Ναό του Διός στην Ολυμπία στην αρχαία Ηλεία, δυτικά της Πελοποννήσου, κοντά στις όχθες του ποταμού Αλφειού. Ο Λόφος ήταν τόπος λατρείας του Κρόνου, πατέρα του Διός. Η τοποθεσία είναι ιστορική, αφού από την αρχαιότητα εδώ διαδραματίστηκαν πολλές μάχες, και από το 1000 π.Χ. υπήρχε ο αρχαιότερος ναός της Ελλάδος αφιερωμένος στην Ήρα. Κοντά στον αρχαίο αυτό ναό ήταν και το στάδιο των Ολυμπιακών αγώνων. Το 470 π.Χ. χτίστηκε εδώ ο μέγας Ναός του Διός, από τον Ηλείο αρχιτέκτονα Λίβωνα. Το άγαλμα του Διός έγινε τόσο ξακουστό στην εποχή του, που πλήθος πολεμιστών το επισκέπτονταν για να το δουν. Επί αιώνες ήταν ένα από τα θεάματα που ο κάθε θνητός όφειλε να δει πριν αποθάνει.

Το πάτωμα του ναού έμπροσθεν του αγάλματος, ήταν ολίγο βαθύτερο και γεμάτο με ελαιόλαδο, αντανακλώντας τα χρυσά τμήματα του Διός. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, επισκευάστηκε από τον γλύπτη Δαμοφώντα τον Μεσσήνιο κατά το α΄ μισό του 2ου αιώνος π.Χ., επειδή παρουσίασε ρωγμές. Λέγεται μάλιστα, ότι το έκανε με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία. Υπήρχαν μάλιστα και ειδικοί επισκευαστές του αγάλματος, οι λεγόμενοι «Στιλβωτές του Φειδίου», που κατοικούσαν στην Ολυμπία. Εκείνη την εποχή επικρατούσαν κλασικιστικές τάσεις στην ελληνιστική γλυπτική. Το άγαλμα πέρασε κάποιες περιπέτειες, αφού την εποχή του Ιουλίου Καίσαρος το χτύπησε κεραυνός, χωρίς όμως να του κάνει σοβαρή ζημιά.

Απώλεια και καταστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Σουετώνιο, ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Καλιγούλας, είχε διατάξει να το μεταφέρουν στην Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο, δίνοντάς του τη μορφή του αυτοκράτορος, πράγμα που όμως δεν έγινε, επειδή το πλοίο που περίμενε στον λιμένα για να το φορτώσει χτυπήθηκε από κεραυνό και κάηκε. Κατά μία άλλη παράδοση, το άγαλμα έβγαλε έναν πολύ δυνατό κρότο, που φάνταζε σαν άκουσμα γέλιου, έτσι ώστε οι σκαλωσιές που το περιέβαλλαν κατέρρευσαν και οι εργάτες ετράπησαν σε φυγή. Ευτυχώς για εκείνους, ο αυτοκράτωρ είχε ήδη δολοφονηθεί όταν γύρισαν πίσω στη Ρώμη, με άδειας τας χείρας.

Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.Χ. ο ναός ξέπεσε. Το 426 μ.Χ. την εποχή του Θεοδοσίου, ο ναός πυρπολήθηκε και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε, αν και οι συνθήκες της ενδεχόμενης καταστροφής του είναι σχετικά άγνωστες. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Θεοδόσιος το 390 μ.Χ. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, τοποθετήθηκε μέσα στο Παλάτιον του Λαύσου, ενός Έλληνα Χριστιανού ευνούχου, μαζί με άλλα σπουδαία έργα τέχνης, όπου καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά το 475 μ.Χ. παραμένοντας εκεί για περίπου 60 έτη. Ενώ το Ιερόν της Ολυμπίας κατέρρεε από αμέλεια, το άγαλμα αυτό που θεωρούταν ως το μεγαλύτερο έργο της κλασικής γλυπτικής, καταστρεφόταν στις όχθες του Βοσπόρου. Ο ναός λεηλατήθηκε από τους Γότθους και τα υπολείμματά του μετετράπηκαν σε χριστιανικό ναό μέχρι που γκρεμίστηκε από σεισμό. Αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τεσσάρων μέτρων χώμα. Το 2004, έτος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, αναστηλώθηκε ένας κίων του ναού, ο οποίος δείχνει στους επισκέπτες της Ολυμπίας το μέγεθος και το αλλοτινό μεγαλείο του ναού.

Τεχνικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή του έργου διήρκεσε δύο Ολυμπιακές περιόδους, δηλαδή οκτώ χρόνια. Η τεχνική του Φειδία βασιζόταν ουσιαστικά σε ξύλο. Το σώμα των αγαλμάτων του ήταν ξύλινο και το εμποτιζόταν από ένα ειδικό υγρό για να μην αποξηρανθεί. Το ξύλο ήταν ενδεδυμένο με στρώματα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Οι οφθαλμοί ήταν από πολύτιμους λίθους, ενώ ο μανδύας από χρυσό. Το δάφνινο στεφάνι επί κεφαλής, ήταν από πράσινο σμάλτο. Ο καθήμενος Ζεύς, ξεχώριζε μέσα στον ναό επάνω σε τρία σκαλοπάτια και σύμφωνα με εκτιμήσεις έφτανε τα 12 μέτρα σε ύψος. «Ήταν σαν να ύψωνε ο Δίας το ανάστημα του» γράφει σε μια αναφορά του ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων τον 1ο αιώνα π.Χ. Το άγαλμα ήταν περιτριγυρισμένο από τριάντα έξι ψηλές κολώνες από γρανίτη. Στα αετώματα του ναού, βρίσκονταν τεράστιες περίτεχνες παραστάσεις με είκοσι ένα αγάλματα, ανάμεσά τους αυτά του Οινομάου και του Πέλοπος στο ανατολικό αέτωμα και η παράσταση Κενταυρομαχίας στο δυτικό. Ο Ζεύς καθόταν σε έναν θρόνο που ήταν κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και άλλες πολύτιμες πέτρες. Στο δεξί του χέρι, ο Ζεύς κρατούσε ένα χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Νίκης, ενώ στο αριστερό του χέρι το σκήπτρο του, που ήταν κατασκευασμένο από παντός είδους μέταλλα και που έφερε στην κορυφή του έναν αετό, σήμα κατατεθέν του θεού. Παντού γύρω του βρίσκονταν πλήθος από αγάλματα που παρίσταναν άλλες μεγαλοπρεπείς σκηνές. Όπως γνωρίζουμε από παραστάσεις σε νομίσματα της Ηλείας, τους βραχίονες του θρόνου, στήριζαν γλυπτικές απεικονίσεις Σφιγγών που απήγαγαν τους Θηβαίους νεαρούς. Η θανάτωση των παιδιών της Νιόβης από τον Απόλλωνα και την Άρτεμιν, παριστανόταν κάτω από τις δύο Σφίγγες. Στα πόδια του ήταν δύο Σφίγγες με έφηβους άνδρες, ενώ πιο πίσω οι Τρεις Χάριτες. Οι Άθλοι του Ηρακλέους, η μάχη του Θησέως με τις Αμαζόνες και η οικογένεια της Νιόβης. Δύο καθιστοί λέοντες φύλαγαν τον Δία, ξαπλωμένοι στα πόδια του. Στα πλαϊνά βρίσκονταν μετάλλινες πλάκες με χαραγμένες παραστάσεις της Αναδυομένης Αφροδίτης, το πολεμικό άρμα του Ηλίου, και το άρμα της Σελήνης. Ο γλύπτης επίσης, είχε την φήμη ότι απαθανάτησε τον ερωμένο του, Παντάρκη, τοποθετώντας το ανάγλυφο ενός αυτοστεφανούμενου νέου στα πόδια του Διός, και σκαλίζοντας σε ένα δάκτυλο του θεού την φράση «ΠΑΝΤΑΡΚΗΣ ΚΑΛΟΣ» («Ο Παντάρκης είναι όμορφος»). Υπήρχαν επίσης και ζωγραφικές παραστάσεις στους τοίχους που εμπόδιζαν την πρόσβαση στον θρόνο, από τον ζωγράφο και συγγενή του Φειδία, Πάναινο. Κάποιες απ' αυτές, παρίσταναν τον Θησέα με τον φίλο του Πειρίθου, καθώς μία άλλη την Ιπποδάμεια, η οποία παριστανόταν σε γλυπτό στο ανατολικό αέτωμα του ναού. Η στέγη πάνω από το άγαλμα, ήταν ανοικτή για να μπαίνει άπλετο φως.

Λέγεται ότι όταν ο Πάναινος, αδελφός ή ανιψιός του Φειδία, τον ερώτησε πώς εμπνεύστηκε την μορφή αυτή του Διός, αν ο ίδιος ανέβηκε στον Όλυμπο για να δει τον Δία, ή αν ο Ζεύς κατέβηκε από τον Όλυμπο έτσι ώστε ο Φειδίας μπόρεσε να τον δει, εκείνος του απήντησε λέγοντάς του ένα χωρίο του Ομήρου από την Ιλιάδα, που περιέγραφε τον Δία ως έναν θεό τρομερό και αυστηρό, που μ' ένα νεύμα της κεφαλής του έκανε ολόκληρο τον Όλυμπο να σείεται. Αυτή η περιγραφή, βρισκόταν σίγουρα πολύ μακριά από τον ήρεμο, μειλίχιο Δία του Φειδία, που αγαπούσε και νοιαζόταν για τον άνθρωπο. Κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφθηκε το Ιερόν, περιγράφοντας το άγαλμα του Διός λεπτομερώς. Μεγάλη εντύπωση λέγεται ότι του έκανε ο θρόνος. Επισκέπτες όπως ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής επί των Μακεδόνων, έμεινε έκπληκτος από την μεγαλοπρέπεια του αγάλματος και από την τελειότητά του και σύμφωνα με τον Λίβιο, το άγαλμα «μεταφέρθηκε στην ψυχή του, ωσάν να είχε δει τον θεό προσωπικά». Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. ο Έλληνας ρήτωρ Δίων ο Χρυσόστομος, δήλωσε ότι μία μόνο ματιά στο άγαλμα, μπορούσε να κάνει έναν άνθρωπο να ξεχάσει όλα τα προβλήματά του, ενώ ο γεωγράφος Στράβων, έγραψε ότι ο Φειδίας δεν υπολόγισε τις σωστές αναλογίες για τον Δία του. Ανέφερε ότι το άγαλμα ήταν πολύ μεγάλο για να ταιριάζει αρμονικά στο εσωτερικό του ναού, με την κεφαλή σχεδόν να αγγίζει την οροφή, έτσι ώστε αν ο θεός πήγαινε να σταθεί όρθιος, θα άφηνε άσκεπο τον ναό.

Αντίγραφα του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Διός δεν βρέθηκαν ουσιαστικά ποτέ, και την μορφή του μπορούμε να την γνωρίζουμε από τις απεικονίσεις σε νομίσματα των Ηλείων και τις περιγραφές του Παυσανία, του Στράβωνος και άλλων. Ένα μεγάλο αντίγραφο, βρισκόταν στον Ναό του Διός στην Κυρήνη της Λιβύης ως λατρευτικό άγαλμα, από το οποίο στις ανασκαφές δεν βρέθηκε τίποτα περισσότερο από την βάση. Μία κεφαλή του Διός στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κυρήνης, που έχει ακόμα έντονα ίχνη των αρχικών της χρωμάτων, θεωρείται από πολλούς ότι δέχθηκε έντονη επίδραση ή είναι αντίγραφο του Ολυμπίου Διός του Φειδία.

Το εργαστήριο του Φειδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατά προσέγγιση ημερομηνία κατασκευής του αγάλματος (το τρίτο τέταρτο του 5ου αιώνος π.Χ.), επιβεβαιώθηκε κατά την εκ νέου ανακάλυψη (1954-1958) του εργαστηρίου του Φειδία, εκεί όπου κατά τον Παυσανία ο γλύπτης δημιούργησε το άγαλμα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα εκεί, περιελάμβαναν εργαλεία, που χρησίμευαν για την επεξεργασία του χρυσού και του ελεφαντοστού, μικρά θραύσματα από ελεφαντόδοντο, πολύτιμοι λίθοι και πήλινα καλούπια. Το μεγαλύτερο μέρος των πήλινων εκείνων καλουπιών, χρησιμοποιήθηκαν για την δημιουργία γυάλινων πλακών και για τον σχηματισμό του ενδύματος του αγάλματος από φύλλα γυαλιού, φυσικά ενδεδυμένα και διπλωμένα, μετά επιχρυσωμένα. Μία κούπα με την επιγραφή «ΦΕΙΔΙΩ ΕΙΜΙ» («Ανήκω στον Φειδία»), βρέθηκε στην περιοχή.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Edgar James Banks (1916). «The seven wonders of the ancient world» (στα Αγγλικά). New York : G.P. Putnam's Sons. http://www.archive.org/details/sevenwondersofan00bank. Ανακτήθηκε στις 26 Αυγούστου 2009. 

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 37°38′16.3″N 21°37′48″E / 37.637861°N 21.63000°E / 37.637861; 21.63000