Άβιλα Δεκαπόλεως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Άβιλα Δεκαπόλεως μεταγενέστερα Σελεύκεια Δεκαπόλεως ήταν μια αρχαία ελληνική πόλη στην Δεκάπολη της Κοίλης Συρίας.

Η πόλη ήταν γνωστή και ως Αρχαία Ραφάνα. Η ονομασία Άβιλα προέρχεται από τη σημιτική λέξη 'Αβελ (λειβάδι στα Εβραϊκά)[1] . Η πόλη βρισκόταν κοντά στον παραπόταμο Γιαρμούκ (Yarmouk) του Ιορδάνη. Ο Ευσέβιος τοποθετεί την πόλη 19 χλμ ανατολικά των Γαδάρων[2] .

Η περιοχή των Αβίλων-Σελευκείας είχε κατοικηθεί ήδη από το 3000 π.Χ. κατά την εποχή του Χαλκού. Από τότε και μέχρι σήμερα κατοικείται διαρκώς από την ανθρώπινη παρουσία, όπως αποδεικνύεται από τις ανασκαφές[3] . Τα Άβιλα απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία κατά την ελληνιστική περίοδο. Μετά τον θάνατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) πέρασε στην πτολεμαϊκή κατοχή. Η πόλη φαίνεται ότι αρχικά αποικίστηκε από αυτή την μακεδονική δυναστεία της Αιγύπτου. Το 218 π.Χ. ο Σελευκίδης βασιλιάς Αντίοχος Γ΄ κατανίκησε τις πτολεμαϊκές ενισχύσεις του στρατηγού Νικία και κατέκτησε την πόλη[4].

Η πόλη περιήλθε και πάλι στον πτολεμαϊκό έλεγχο, αλλά πέρασε οριστικά στην σελευκιδική κατοχή μετά την νίκη στο Πάνειον όρος (198 π.Χ.) και ίσως τότε να επανιδρύθηκε ως ελληνική πόλη με το όνομα Σελεύκεια. Έκτοτε οι κάτοικοι της πόλεως εκαλούντο Σελευκεῑς Ἀβιληνοί. Το 83/2 π.Χ. η πόλη πέρασε στην κατοχή του Αλεξάνδρου Ιανναίου (103-76 π.Χ.) βασιλιά των Ιουδαίων[5] . Το 64 π.Χ. έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων του Πομπήιου, ο οποίος και την κατέστησε αυτόνομη. Από την περίοδο εκείνη έγινε κομμάτι της Δεκαπόλεως και έκοψε τα νομίσματά της. Στην εποχή του Καρακάλλα έφεραν τον τίτλο Σελεύκεια Άβιλα. Κατά την βυζαντινή περίοδο ανήκε στην επαρχία Palestina Secunda (Παλαιστίνη Β΄)[εκκρεμεί παραπομπή].

Την θέση της Ιορδανικής Σελεύκειας κατέχει το χωριό Τελλ Αμπίλ (αγγλικά: Tell Abil) της Ιορδανίας. Παρόλο που αρκετές από τις αρχαίες δομές της έχουν ανασκαφεί όπως υδραγωγεία, τάφοι, πύλες και δημόσια κτίρια, τα Άβιλα είναι ιδιαίτερα συναρπαστικά, επειδή τόσο μεγάλο μέρος των λειψάνων της είναι ακόμα θαμμένα στο έδαφος. Ο πρώτος Ευρωπαίος που επισκέφθηκε την τοποθεσία ήταν ο Ούλριχ Τζάσπερ Seetzen το 1806. Τα ερείπια έχουν περιγραφεί σε δημοσιευμένη βιβλιογραφία ήδη από το 1889 από τον Guy Le Strange. Η περιοχή χωρίζεται σε ξεχωριστές περιοχές με βάση τη θέση τους και τα αρχαιολογικά χαρακτηριστικά. Οι περιοχές αυτές ορίζονται ως εξής: Περιοχή Α, πεδίο AA, Χώρος Β, Περιοχή Γ, Τομέας Δ, Περιοχή DD, E Χώρος και Χώρος Η.

Μεγαλιθικές στήλες υπάρχουν στο Ουμ Ελ-Αμάντ (η μητέρα των στηλών). Ο χώρος έχει ανασκαφεί σε μεγάλο βαθμό από το 1980. Οι ανασκαφές έχουν δείξει διηνεκή κατοίκηση στην Σελεύκεια από το 4000 π.Χ. έως το 1500 και έχουν έλθει στο φως πολλά έργα τέχνης, τμήματα των τειχών της πόλης, ένα θέατρο και μια εκκλησία του 6ου αιώνα. Η πόλη παραμένει έδρα επισκόπου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, με τον τίτλο Abilenus. Η επισκοπική έδρα παραμένει κενή από το 1977. Αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν ένα ναό στην περιοχή που χρησιμοποιήθηκε για τη λατρεία του Ηρακλή, της Τύχης και της Αθηνάς. Περαιτέρω στοιχεία έχουν δείξει ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για τη χριστιανική λατρεία, τουλάχιστον τον έβδομο έως τον όγδοο αιώνα.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Wadi Quailibah». Abila Archaeological Project. 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 July 2011. http://www.abila.org/html/wadi.html. Ανακτήθηκε στις June 8, 2011. 
  2. Ευσέβιος, Ονόμ. 32.14.
  3. W. Harold Mare, Ph.D. Director, Abila Excavations Professor, Covenant Theological Seminary St. Louis, Missouri. "Excavations at Abila of the Decapolis, Northern Jordan", March 2004.
  4. Πολύβιος 5.71, 16.39.
  5. Ιώσηπος, ΑI 11.136.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Abila (Decapolis) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).